Πώς το γκαζόν συμβάλλει στην κλιματική κρίση – Το παράδειγμα των μεσογειακών χωρών

Το γκαζόν είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της στάσης των δυτικών κοινωνιών όσον αφορά τη συμβολή τους στη μετατροπή της κλιματικής αλλαγής σε κλιματική κρίση. Από τους κήπους των σπιτιών μέχρι τα δημόσια πάρκα, η χαμηλή και πυκνή χλόη παραμένει το πιο κοινό είδος βλάστησης που θα δει κανείς στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική και θεωρείται «αντανάκλαση» των μεγάλων ποσοτήτων νερού, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και ενέργειας που απαιτεί ο κόσμος που έχουμε φτιάξει.

Όμως η ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες καθιστούν σχεδόν αδύνατο να διατηρηθεί το γρασίδι καλά ποτισμένο όλον το χρόνο, ενώ η φροντίδα που απαιτεί είναι ιδιαίτερα δαπανηρή.

Όχι τυχαία, όλο και περισσότεροι ιδιώτες σε περιοχές όπου επιβάλλονται περιορισμοί στη χρήση νερού -όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ- καταλήγουν στο να… βάφουν το γκαζόν για να παραμείνει πράσινο.

Παλαιότερες μελέτες -προτού το πρόβλημα της ξηρασίας γίνει τόσο οξύ, όσο είναι σήμερα- κατέγραψαν ότι η διατήρηση ενός χλοοτάπητα απαιτεί κατά μέσο όρο καθημερινά 2,67 έως 3,57 λίτρα νερού ανά τετραγωνικό μέτρο σε περιόδους με υψηλές θερμοκρασίες. Πλέον μεγάλες εκτάσεις με γρασίδι και φυτά που απαιτούν νερό δεν είναι βιώσιμες σε πολλές περιοχές. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η εναλλακτική είναι η προσαρμογή.

Συγκεκριμένα, προκρίνονται λύσεις προσαρμοσμένες στο εκάστοτε μικροκλίμα, με ιθαγενή είδη φυτών, που μοιάζουν περισσότερο με τα άγρια φυσικά οικοσυστήματα. Ενδεικτικά, η ξηροφυτική κηπουρική αποτελεί μια ανερχόμενη τάση. Επίσης, προτείνονται η καλλιέργεια και η χρήση φυτών που είναι προσαρμοσμένα σε ξηρά περιβάλλοντα.

Πλέον αποτελεί μέρος των προσπαθειών κλιματικής προσαρμογής των χώρων πρασίνου στο αστικό τοπίο, με διατήρηση της βιοποικιλότητας και ενίσχυση της άμυνας απέναντι στο εντεινόμενο φαινόμενο της θερμικής αστικής νησίδας.

Μία από τις πλέον πληττόμενες χώρες της Ευρώπης από την ξηρασία, και δη στον μεσογειακό Νότο, είναι η Ισπανία. Τα στοιχεία και οι προβλέψεις της Γενικής Διεύθυνσης Υδάτων της χώρας της Ιβηρικής δείχνουν σταθερή μείωση των βροχοπτώσεων στον 21ο αιώνα. Το φαινόμενο θα γίνει περισσότερο ή λιγότερο έντονο ανάλογα με το εάν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συνεχιστούν με τον ίδιο ανησυχητικό ρυθμό ή εάν η διεθνής κοινότητα επιδείξει πραγματική βούληση για τον δραστικό περιορισμό τους.

Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζουν ειδικοί, θα υπάρχουν σε παγκόσμιο επίπεδο περιοχές όπου θα βρέχει περισσότερο -με καταρρακτώδη και λιγότερο προβλέψιμο τρόπο- και άλλες όπου θα βρέχει λιγότερο, κατατάσσοντας την περιοχή της Μεσογείου στη δεύτερη κατηγορία.

Οι πρωτοβουλίες που λαμβάνονται βασίζονται στην ιδέα ότι οι άγριοι κήποι, με αναπαραγωγή του φυσικού περιβάλλοντος, είναι εξίσου ωφέλιμοι και επιτρέπουν τη διατήρηση της εγγενούς χλωρίδας και των επικονιαστών, όπως εξήγησε στον ισπανικό ιστότοπο La Marea ο Μαριάνο Σάντσεθ, επικεφαλής κηπουρικής στον Βασιλικό Βοτανικό Κήπο στη Μαδρίτη.

Στις εγκαταστάσεις δεσπόζουν ήδη πολυετή φυτά, διακοσμητικοί βολβοί και θάμνοι από το μεσογειακό περιβάλλον, ως απτή απόδειξη των δυνατοτήτων των ιθαγενών ειδών στην κηπουρική που είναι φιλική στην ξηρασία.

Πιο βορειοδυτικά, στον Βοτανικό Κήπο της Βαρκελώνης η εστίαση είναι σε συλλογές μεσογειακών φυτών, με ιδιαίτερη έμφαση στην αυτοφυή χλωρίδα.

«Ως επιστημονικά ιδρύματα στην υπηρεσία του πληθυσμού και της διάδοσης της γνώσης, οι βοτανικοί κήποι παίζουν ρόλο στην αύξηση της περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης» υπογραμμίζει ο επιμελητής των εγκαταστάσεων Νταβίντ Μπετράν, προσθέτοντας: «Αναβιώνουν φυσικά περιβάλλοντα όσο το δυνατόν καλύτερα, με είδη που είναι είτε αυτόχθονα είτε από κοντινές περιοχές… Η κλασική ιδέα του βοτανικού κήπου που περιλαμβάνει τεράστιες εκτάσεις με γρασίδι και εξωτικά φυτά, η οποία είναι τυπική της αποικιακής νοοτροπίας που έφερε είδη από μακρινά μέρη στη μητρόπολη, έχει παρέλθει προ πολλού».

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Στη γαλλική πόλη Μεζ, κοντά στο Μονπελιέ, στη νότια Γαλλία, ο Ολιβιέ και η Κλαρά Φιλιπί μελετούν την ποικιλία των μεσογειακών φυτών και την αντοχή τους στην ξηρασία εδώ και περισσότερο από 30 χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έχτισαν το Pépinière Filippi, έναν χώρο μεταξύ φυτωρίου και βοτανικού κήπου με επίκεντρο τη γηγενή χλωρίδα.

«Περίπου 25.000 είδη φυτών αναπτύσσονται στη Μεσόγειο. Πολλά είναι όμορφα και ανθεκτικά στην ξηρασία, αλλά πολύ λίγα είναι διαθέσιμα σε φυτώρια ή καλλιεργούνται σε κήπους… Οι ξηροί κήποι δεν χρειάζονται πολύ νερό. Με τη δική μας τεχνική φύτευσης, πρέπει να τους ποτίσουμε μόνο τον πρώτο χρόνο. Είναι επίσης πιο οικολογικοί, απαιτούν λίγη συντήρηση και εξελίσσονται φυσικά. Είναι διαφορετικοί και προέρχονται από μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων, από σκιερά δέντρα μέχρι φυτικούς φράχτες ή παρτέρια με λουλούδια. Κι αυτό με τη σειρά του επιτρέπει μεγάλη ποικιλία εντόμων και πουλιών» εξηγεί ο Ολιβιέ, υποστηρίζοντας ότι αυτή η λύση αποτελεί πλέον μονόδρομο ειδικά για την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου: «Η ξηρασία θα διαταράξει σίγουρα τον τρόπο με τον οποίο καλλιεργούμε οπωρώνες και κήπους, αλλά η κλιματική αλλαγή εγείρει άλλα ερωτήματα: ποιο είδος θα προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες ζέστης και ξηρασίας, πώς θα μπορέσουν να προσαρμοστούν γρήγορα στην αλλαγή των οικολογικών συνθηκών, πώς μπορούν οι αυλές μας να λειτουργήσουν ως καταφύγιο και τόπος προσαρμογής για τα φυτά, τα έντομα, τα πουλιά και άλλα έμβια όντα. Ένας πρώτος τρόπος να το μάθουμε είναι να ανοίγουμε λιγότερο συχνά τη βρύση»…

Πηγή: in.gr