Μεγάλη αύξηση στα μικροπλαστικά και τα νανοπλαστικά που εντοπίζονται στον εγκέφαλο και το συκώτι των ανθρώπων διαπίστωσε νέα μελέτη στις ΗΠΑ, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Nature Medicine» και συνέκρινε ευρήματα σε σώματα ανθρώπων μετά τον θάνατό τους από το 2016 και το 2024.
«Η εκτίμησή μας είναι πως τα πλαστικά αυτά δεν οφείλονται σε πρόσφατη έκθεση στα μικροπλαστικά, αλλά είναι αποτέλεσμα χρόνιας έκθεσης. Αυτό καταδεικνύει την ανάγκη για πιο ολοκληρωμένες στρατηγικές γύρω από την περιβαλλοντική πολιτική και την ανθρώπινη υγεία» επεσήμανε στην DW ο συντάκτης της μελέτης Μάρκους Γκαρσία από το Πανεπιστήμιο του Νέου Μεξικού.
Τα μικροπλαστικά είναι μικροσκοπικά θραύσματα πλαστικού, τα οποία εισέρχονται συνήθως στο σώμα μας μέσω της κατάποσης ή της αναπνοής. Εντοπίζονται σε ανθρώπινα όργανα εδώ και δεκαετίες, όμως μόλις πρόσφατα άρχισε η καταγραφή των επιπτώσεών τους στην υγεία μας.
Υπάρχουν κάποια στοιχεία που υποδηλώνουν ότι η συσσώρευση μικροπλαστικών, ιδίως σε ζωτικά όργανα όπως το συκώτι, μπορούν να έχουν επιπτώσεις στις φυσιολογικές βιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος.
Τα στοιχεία που συλλέχτηκαν στη μελέτη καταδεικνύουν επίσης ότι η συσσώρευση μικροπλαστικών ήταν μεγαλύτερη στους εγκεφάλους 12 ατόμων με άνοια.
Ωστόσο, οι συντάκτες της έρευνας αναφέρουν ότι αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα μικροπλαστικά προκαλούν άνοια και θα πρέπει να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες, για να διαπιστωθεί το εάν ή το πώς η συσσώρευση μικροπλαστικών στον εγκέφαλο -ή σε άλλα όργανα του σώματος- έχει επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.
«Η εδραίωση ενός αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των μικροπλαστικών και της άνοιας χρειάζεται εκτενείς έρευνες για την κατανόηση του κατά πόσο ή του πώς τα μικροπλαστικά συμβάλλουν στην ανάπτυξη νευρολογικών παθήσεων» εξήγησε ο Γκαρσία.
Ο αντίλογος
«Δεν υπάρχουν επί του παρόντος σαφή αποδεικτικά στοιχεία για οποιαδήποτε επίδραση στην υγεία από τα νανοπλαστικά στον εγκέφαλο» δήλωσε, από την πλευρά του, ο Όλιβερ Τζόουνς, ειδικός στη βιολογική χημεία από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, προσθέτοντας: «Οι συντάκτες της έρευνας εξέτασαν συνολικά μόνο 54 δείγματα. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να καταλήξει κανείς σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την εμφάνιση μικροπλαστικών στο Νέο Μεξικό, πολλώ δε μάλλον σε παγκόσμια εμβέλεια».
Επιπλέον, η έρευνα ενδέχεται να έχει υπερεκτιμήσει την ποσότητα μικροπλαστικών στους εγκεφάλους που εξετάστηκαν. Κατά τον Τζόουνς, η κύρια αναλυτική μέθοδος που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των πλαστικών ενδέχεται να οδηγεί σε λανθασμένα αποτελέσματα και αυτό επειδή «τα λιπίδια [από τα οποία αποτελείται κατά κύριο λόγο ο εγκέφαλος] δίνουν τα ίδια προϊόντα με την πολυαιθυλένη [το κύριο πλαστικό που εντοπίστηκε]». Ο ειδικός προσθέτει ακόμα πως «η μόλυνση από πλαστικά μπορεί να συμβεί σχεδόν οπουδήποτε. Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως τα σωματίδια που εντοπίστηκαν αποτελούν απόδειξη ότι το πλαστικό περνάει από τις μεμβράνες του ανθρώπινου σώματος και πως δεν είναι απλώς προϊόν μόλυνσης;».
Πώς φτάνουν στον ανθρώπινο εγκέφαλο τα μικροπλαστικά
Οι συντάκτες της μελέτης δηλώνουν πως η έρευνά τους εγείρει νέα ερωτήματα σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις που έχουν τα μικροπλαστικά στην ανθρώπινη υγεία και το εάν μπορούν να αφαιρεθούν από το ανθρώπινο σώμα.
«Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα είναι η κατανόηση των μηχανισμών πίσω από τη συσσώρευση μικροπλαστικών στον εγκέφαλο, δηλαδή το πώς και μέσω ποιων βιολογικών διαδικασιών εισέρχονται αυτά τα σωματίδια στον εγκέφαλό μας» λέει ο Γκαρσία.
Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη εάν τα σώματά μας μπορούν να απορρίψουν τα μικροπλαστικά με φυσικό τρόπο από τον εγκέφαλο και τα άλλα όργανα. Ασαφές είναι επίσης και το εάν υπάρχουν μέθοδοι για τη διάσπαση των μικροπλαστικών στο σώμα μας.
«Σαφώς χρειάζεται να δουλέψουμε περισσότερο για να διαπιστώσουμε εάν είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Δεν ξέρουμε κατά πόσο τα μικροπλαστικά ή και άλλα σωματίδια μπορούν να παραμείνουν στον εγκέφαλό μας ή εάν απορρίπτονται από το σώμα μας» ξεκαθαρίζει ο Τζόουνς.
Πηγή: skai.gr








