Την απόσυρση των ομοσπονδιακών διατάξεων για την περιβαλλοντική προστασία εκατομμυρίων στρεμμάτων άγριας φύσης στην Αλάσκα ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει η κυβέρνηση Τραμπ, ανοίγοντας τον δρόμο για γεωτρήσεις και εξορύξεις σε ορισμένες από τις τελευταίες παρθένες εκτάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Συγκεκριμένα, ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν ξεπέρασε τα όρια της εξουσίας της, όταν πέρυσι απαγόρευσε τις γεωτρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου τουλάχιστον τα μισά από τα 23 εκατ. στρέμματα της περιοχής γνωστής ως «Εθνικό Απόθεμα Πετρελαίου-Αλάσκα». «Αποκαθιστούμε την ισορροπία και επαναφέρουμε το ενεργειακό μας μέλλον σε καλό δρόμο» πρόσθεσε ο Μπέργκαμ σε σχετική ανακοίνωσή του.
Η προτεινόμενη άρση των περιορισμών εντάσσεται στη γενικότερη ενεργειακή στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ, την αποκαλούμενη «drill, baby, drill», η οποία επιδιώκει την εντατική εκμετάλλευση δημόσιων γαιών και την κατάργηση μέτρων που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος.
Η επίμαχη περιοχή εκτείνεται περίπου 600 μίλια βόρεια του Άνκορατζ, μεταξύ της Θάλασσας Τσούκτσι και της Θάλασσας Μποφόρ, και αποτελεί τη μεγαλύτερη ενιαία ομοσπονδιακή γη στις ΗΠΑ. Φιλοξενεί κρίσιμους πληθυσμούς άγριας ζωής, όπως αρκούδες γκρίζλι, πολικές αρκούδες, καριμπού και χιλιάδες αποδημητικά πουλιά. Η περιοχή είχε αρχικά χαρακτηριστεί αποθεματικό καυσίμων του ναυτικού στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ το 1976 το Κογκρέσο επέτρεψε την εμπορική ανάπτυξη με την προϋπόθεση εξισορρόπησης της ενεργειακής εκμετάλλευσης με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
Ο Μπέργκαμ κατηγόρησε την κυβέρνηση Μπάιντεν ότι έδωσε προτεραιότητα στην παρεμπόδιση έναντι της παραγωγής, και συνέχισε: «Υπονομεύει την ικανότητά μας να αξιοποιήσουμε τους εγχώριους πόρους σε μια εποχή που η αμερικανική ενεργειακή ανεξαρτησία δεν ήταν ποτέ πιο κρίσιμη».
Η ανακοίνωση έγινε ενώ ο Μπέργκαμ ταξίδευε στην Αλάσκα μαζί με τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος Λι Ζέλντιν και τον γραμματέα του υπουργείου Ενέργειας Κρις Ράιτ. Το ταξίδι περιελάμβανε επισκέψεις σε επίμαχες περιοχές, μεταξύ των οποίων το Εθνικό Καταφύγιο Άγριας Ζωής της Αρκτικής, και… προώθηση αγωγού υγροποιημένου φυσικού αερίου στην πολιτεία.
Η βιομηχανία πετρελαίου χαιρέτισε την άρση των περιορισμών, ενώ περιβαλλοντικές οργανώσεις εξέφρασαν έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις στις τοπικές κοινότητες, αλλά και την εξέλιξη της κλιματικής κρίσης.
Η Αλάσκα βιώνει ήδη τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής με ρυθμό 2 έως 3 φορές ταχύτερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, κάτι που προκαλεί την απόψυξη του μόνιμου παγετού και την απώλεια θαλάσσιων πάγων, επηρεάζοντας άμεσα τις κοινότητες που βασίζονται σε παραδοσιακές δραστηριότητες, όπως το κυνήγι και η αλιεία.
Οι Ινουπιάτ της Βόρειας Πλαγιάς εμφανίζονται διχασμένοι. Ο Ναγκρούκ Χάρτσαρεκ, πρόεδρος της Φωνής των Ινουπιάτ της Αρκτικής, δήλωσε: «Πολύ συχνά, οι ομοσπονδιακές αποφάσεις που επηρεάζουν τις πατρίδες μας λαμβάνονται χωρίς τη συμμετοχή των Ινουπιάτ της Βόρειας Πλαγιάς, των ανθρώπων που αυτές οι αποφάσεις θα επηρεάσουν περισσότερο». Χαιρέτισε, ωστόσο, την επίσκεψη των ομοσπονδιακών αξιωματούχων, λέγοντας πως «δείχνει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση βλέπει τις κοινότητες και τους ανθρώπους μας ως συνεργάτες, όχι ως μια περιοχή ελέγχου».
Στον αντίποδα, η Ρόζμαρι Ατουανγκαρουάκ, πρώην δήμαρχος του Νούκσουτ, προειδοποίησε ότι «το άνοιγμα του καταφυγίου απειλεί να καταστρέψει το βιότοπο για τα καριμπού και χιλιάδες αποδημητικά πουλιά, θέτοντας σε κίνδυνο τις κοινότητες που εξαρτώνται από το κυνήγι επιβίωσης».
Ο Ματ Τζάκσον, ανώτερος διευθυντής στην περιβαλλοντική οργάνωση The Wilderness Society, χαρακτήρισε την κίνηση της κυβέρνησης εξωφρενική και προειδοποίησε: «Αυτή η κίνηση θα επιταχύνει την κλιματική κρίση σε μια εποχή που το έδαφος κάτω από τις κοινότητες της Αλάσκας κυριολεκτικά λιώνει και τα τρόφιμα επιβίωσης μειώνονται».
Για δεκαετίες, περιβαλλοντικές οργανώσεις και εταιρείες εξόρυξης συγκρούονται για τις περιοχές αυτές, οι οποίες είναι ταυτόχρονα από τις πιο απομακρυσμένες και οικολογικά πολύτιμες, αλλά και πλούσιες σε υπόγειους πόρους.
Κατά την πρώτη ημέρα της πρώτης του θητείας, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε διάταγμα που άνοιγε το Εθνικό Καταφύγιο Άγριας Ζωής της Αρκτικής -όπου ζουν καριμπού, πολικές αρκούδες, μοσχόβεργες και εκατομμύρια πουλιά- για γεωτρήσεις. Ωστόσο, η δημοπρασία μισθώσεων που ακολούθησε τον Ιανουάριο απέτυχε παταγωδώς: δεν εμφανίστηκε ούτε ένας πλειοδότης.
Πηγή: lifo.gr







