Κλειστό λόγω… υπερκόπωσης του προσωπικού το Μουσείο του Λούβρου

Κλειστό παρέμεινε χθες Δευτέρα το Μουσείο του Λούβρου, το πιο πολυσύχναστο του κόσμου, όχι λόγω πολέμου ή τρομοκρατίας, αλλά εξαιτίας του εξαντλημένου προσωπικού του, το οποίο κατέβηκε σε απεργία και υποστηρίζει ότι το ίδρυμα καταρρέει από μέσα.

Η αιφνίδια κινητοποίηση αποφασίστηκε κατά τη διάρκεια εσωτερικής συνάντησης, όταν φύλακες αιθουσών, υπάλληλοι εισιτηρίων και προσωπικό ασφαλείας αρνήθηκαν να αναλάβουν καθήκοντα, διαμαρτυρόμενοι για μη διαχειρίσιμα πλήθη, χρόνια υποστελέχωση και, όπως δήλωσε ένα σωματείο, «μη βιώσιμες» συνθήκες εργασίας.

Το να κλείσει το Λούβρο τις πόρτες του στο κοινό είναι σπάνιο. Έχει συμβεί κατά τη διάρκεια πολέμου, της πανδημίας και σε λίγες απεργίες, όπως οι ξαφνικές αποχωρήσεις το 2019 για τον συνωστισμό και το 2013 για λόγους ασφαλείας. Όμως σπάνια έχει υπάρξει κατάσταση όπως αυτή: τουρίστες στην πλατεία με εισιτήρια στα χέρια, χωρίς εξήγηση για το ξαφνικό κλείσιμο του μουσείου.

Η αναστάτωση έρχεται λίγους μήνες μετά την παρουσίαση από τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν ενός δεκαετούς σχεδίου διάσωσης του Λούβρου από διαρροές νερού, επικίνδυνες διακυμάνσεις θερμοκρασίας, παλαιωμένες υποδομές και επισκεψιμότητα πολύ μεγαλύτερη από τις δυνατότητες του μουσείου.

Όμως, για τους εργαζόμενους επί τόπου, όλα αυτά ακούγονται σαν υποσχέσεις που είναι δύσκολο να υλοποιηθούν. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε έξι χρόνια για βοήθεια», δήλωσε η Σαρά Σεφιάν από το συνδικάτο CGT-Culture, προσθέτοντας: «Οι εργαζόμενοί μας πιέζονται τώρα. Δεν πρόκειται μόνο για την τέχνη — πρόκειται για τους ανθρώπους που την προστατεύουν».

Στο επίκεντρο όλων βρίσκεται η «Μόνα Λίζα», το πορτρέτο του 16ου αιώνα που σήμερα προσελκύει τεράστια πλήθη. Περίπου 20.000 άνθρωποι την ημέρα στριμώχνονται στην Αίθουσα των Εθνών, τη μεγαλύτερη του μουσείου, για να τραβήξουν μια σέλφι με την αινιγματική γυναίκα του Λεονάρντο ντα Βίντσι πίσω από το προστατευτικό γυαλί. Η ατμόσφαιρα είναι συχνά θορυβώδης και τόσο πυκνή, που πολλοί δεν ρίχνουν ούτε μια ματιά στα αριστουργήματα που βρίσκονται δίπλα της, έργα του Τιτσιάνο και του Βερονέζε περνούν απαρατήρητα.

Το σχέδιο ανακαίνισης του Μακρόν, που ονομάζεται «Νέα Αναγέννηση του Λούβρου», υπόσχεται λύση. Η «Μόνα Λίζα» θα αποκτήσει επιτέλους τη δική της αίθουσα, με χρονομετρημένη είσοδο. Σχεδιάζεται επίσης νέα είσοδος κοντά στον Σηκουάνα έως το 2031, ώστε να μειωθεί η πίεση στη γυάλινη πυραμίδα.

«Οι συνθήκες έκθεσης και παρουσίασης θα είναι αντάξιες της Μόνα Λίζα», δήλωσε ο Μακρόν τον Ιανουάριο.

Πέρυσι, το Λούβρο υποδέχτηκε 8,7 εκατομμύρια επισκέπτες πέρυσι, υπερδιπλάσιους από όσους μπορεί να αντέξει η υποδομή του. Παρά το ημερήσιο όριο των 30.000 επισκεπτών, το προσωπικό λέει ότι η εμπειρία έχει γίνει καθημερινή δοκιμασία αντοχής, με ελάχιστους χώρους ανάπαυσης, περιορισμένες τουαλέτες και καλοκαιρινή ζέστη που ενισχύεται από το φαινόμενο θερμοκηπίου της πυραμίδας.

Σε εσωτερικό υπόμνημα -που διέρρευσε- η πρόεδρος του Λούβρου Λορένς ντε Καρ προειδοποίησε ότι τμήματα του κτιρίου «δεν είναι πλέον στεγανά», ότι οι διακυμάνσεις θερμοκρασίας θέτουν σε κίνδυνο ανεκτίμητα έργα τέχνης και ότι ακόμα και βασικές ανάγκες επισκεπτών -όπως τροφή, τουαλέτες, σήμανση- υπολείπονται των διεθνών προτύπων. Μάλιστα, χαρακτήρισε την εμπειρία «σωματικό μαρτύριο».

«Αυτό που άρχισε ως μια προγραμματισμένη μηνιαία ενημέρωση, μετατράπηκε σε μαζική έκφραση αγανάκτησης» είπε η Σεφιάν, καθώς οι συνομιλίες μεταξύ εργαζομένων και διοίκησης άριχσαν στις 10.30 π.μ. και συνεχίστηκαν ως το απόγευμα. Μέχρι τότε, το μουσείο παρέμενε κλειστό.

Το πλήρες σχέδιο ανακαίνισης -με προβλεπόμενο κόστος 700–800 εκατομμύρια ευρώ- αναμένεται να χρηματοδοτηθεί από έσοδα εισιτηρίων, ιδιωτικές δωρεές, κρατικούς πόρους και δικαιώματα εκμετάλλευσης από το παράρτημα του Λούβρου στο Άμπου Ντάμπι. Οι τιμές εισιτηρίων για τουρίστες εκτός Ε.Ε. αναμένεται να αυξηθούν αργότερα φέτος.

Όμως οι εργαζόμενοι λένε πως οι ανάγκες τους είναι πιο επείγουσες από οποιοδήποτε δεκαετές σχέδιο. Σε αντίθεση με άλλα εμβληματικά σημεία στο Παρίσι, όπως ο καθεδρικός της Παναγίας των Παρισίων ή το Κέντρο Πομπιντού, που βρίσκονται υπό κρατική αναστήλωση, το Λούβρο παραμένει σε αναμονή – ούτε πλήρως χρηματοδοτούμενο ούτε πλήρως λειτουργικό.