Στ. Παπασταύρου: «Η επίμονη διαφορά στις τιμές ενέργειας ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου δεν μπορεί να συνεχιστεί»

«Για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε από όλα τα κράτη-μέλη στα συμπεράσματα του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας της Ε.Ε. ότι υπάρχει μια επίμονη διαφορά στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ Βορρά και Νότου και, επίσης για πρώτη φορά, υπάρχει ένας φορέας που θα προσπαθήσει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα» τόνισε νωρίτερα σήμερα Τετάρτη ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, στην παρέμβασή του στο συνέδριο με τίτλο «Financial Times and Kathimerini Energy Transition Summit: East Med & South East Europe», που συνδιοργάνωσαν στην Αθήνα οι «Financial Times» και η «Καθημερινή».

«Έχουμε μερικές φορές αρνητικές τιμές στον Βορρά και εκρηκτικές τιμές στον Νότο. Είναι ένα ενεργειακό παραπέτασμα, μια διαίρεση στον χάρτη. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, όχι μόνο επειδή επηρεάζει τα νοικοκυριά και την εσωτερική αγορά και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και των χωρών της περιοχής, αλλά επειδή απονομιμοποιεί το σχέδιο της Ε.Ε. και επιτρέπει στις λαϊκιστικές φωνές να τονίζουν την αδυναμία της Ε.Ε. να το αντιμετωπίσει» τόνισε ο υπουργός, συμπληρώνοντας: «Το πρώτο βήμα για την επίλυση ενός προβλήματος είναι να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ένα πρόβλημα. Το γεγονός ότι η Ε.Ε. αναγνώρισε ότι η επίμονη διαφορά στις τιμές είναι ένα πρόβλημα, είναι το πρώτο βήμα για την επίλυσή του».

Σε σχέση με την απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι η συντριπτική πλειονότητα των χωρών συμφωνεί με τον στόχο και συνέχισε: «Αλλά ας βρούμε έναν τρόπο που να είναι ρεαλιστικός. Ας το κάνουμε με τρόπο που θα διασφαλίσει ότι την επόμενη μέρα δεν θα αυξηθούν οι τιμές. Ας το κάνουμε με τρόπο που να είναι τεχνικά ορθός, που σημαίνει ότι δεν θα εισέρχεται ρωσικό φυσικό αέριο στην Ε.Ε. μέσω της Τουρκίας. Και ας το κάνουμε με τρόπο που να είναι νομικά άρτιος, ώστε να μην καταλήξουμε με προβλήματα σε μια σειρά συμβάσεων για το φυσικό αέριο σε διάφορες χώρες».

Αναφέρθηκε επίσης στην επίσκεψη του υπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ τον ερχόμενο Νοέμβριο στην Αθήνα, προκειμένου να συμμετάσχει στη συνάντηση της P-TECC (πρωτοβουλία για τη Διατλαντική Ενεργειακή Συνεργασία) μεταξύ των ΗΠΑ και μελών ή μη της Ε.Ε. στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, ενώ υπογράμμισε τον ρόλο της Ελλάδας για τη γεωπολιτική σταθερότητα και τον εφοδιασμό με φυσικό αέριο των χωρών της περιοχής μέσω του “κάθετου διαδρόμου” που εγκαινιάστηκε πρόσφατα.

Στην παρέμβασή της η αναπληρώτρια πρωθυπουργός της Αλβανίας Μπελίντα Μπαλούκου αναφέρθηκε στο πρόγραμμα περαιτέρω ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών στη γειτονική χώρα, η οποία βασίζεται κυρίως στα υδροηλεκτρικά και αναπτύσσει τώρα φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Η κυρία Μπαλούκου τπογράμμισε τη σημασία των διασυνδέσεων με τις χώρες της περιοχής, ενώ σημείωσε ότι είναι υπό συζήτηση ο τριπλασιασμός της δυναμικότητας της διασύνδεσης με την Ελλάδα.

Από την πλευρά της, η υπουργός Ενέργειας της Σερβίας Ντουμπράβκα Ντέντοβιτς Χαντάνοβιτς αναφέρθηκε στις προκλήσεις του ενεργειακού τομέα, που περιλαμβάνουν την αύξηση του κόστους και την ασφάλεια εφοδιασμού, καθώς και στη σημασία της περιφερειακής συνεργασίας με τις χώρες της περιοχής και την Ε.Ε.. Υποστήριξε ότι το φυσικό αέριο δεν είναι απλώς βραχυπρόθεσμη λύση αλλά θα χρειαστεί για μεγαλύτερο διάστημα, ενώ χαρακτήρισε απαραίτητο τον συγχρονισμό με την ευρωπαϊκή αγορά και την ενίσχυση των διασυνδέσεων με την Ελλάδα και τη Ρουμανία.

Ο υφυπουργός Ενέργειας της Βουλγαρίας Γκεόργκι Σαμάντοφ προσδιόρισε ως αιτία της διαφοροποίησης των τιμών μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου την αδύναμη διασύνδεση Ουγγαρίας – Αυστρίας, και αναφέρθηκε στη συνεργασία των χωρών της περιοχής με κοινές πρωτοβουλίες προς την Ε.Ε. για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Αναφέρθηκε επίσης στην ισχυρή παρουσία της χώρας στην πυρηνική ενέργεια και στον προγραμματισμό για την κατασκευή μονάδων αντλησιοταμίευσης.

Τέλος, η υπουργός για το Κλίμα της Βρετανίας Κέρι ΜακΚάρθι τόνισε ότι -όπως και οι χώρες των Βαλκανίων- η χώρα της που δεν είναι πλέον μέλος της Ε.Ε. ενδιαφέρεται για την ενεργειακή συνεργασία με την Ε.Ε. με στόχο να κρατηθεί ζωντανός ο στόχος της Συμφωνίας του Παρισιού για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή.