Τον δρόμο για την υλοποίηση μαζικών απολύσεων δημόσιων λειτουργών -που απαιτεί ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ- άνοιξε χθες Τρίτη με απόφασή του το αμερικανικό Ανώτατο Δικαστήριο, αίροντας την αναστολή που είχε αποφασίσει δικαστήριο της Καλιφόρνιας πριν από δυο μήνες.
Η Σούζαν Ίλστον, δικαστής στην πολιτεία, αποφάσισε τον Μάιο να ανασταλούν προσωρινά οι μεγάλης κλίμακας απολύσεις εργαζομένων σε υπηρεσίες του ομοσπονδιακού κράτους, με το σκεπτικό ότι τέτοια μέτρα πιθανόν απαιτούν την έγκριση του Κογκρέσου των ΗΠΑ.
Μετά την εν λόγω απόφαση του κορυφαίου οργάνου της αμερικανικής δικαιοσύνης να αρθεί η αναστολή, είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος να χάσουν τη δουλειά τους δεκάδες χιλιάδες ομοσπονδιακοί δημόσιοι λειτουργοί.
Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο φρόντισε να τονίζει ότι η απόφαση που έλαβε χθες δεν αφορά «τη νομιμότητα των σχεδίων μείωσης του προσωπικού και αναδιοργάνωσης (ομοσπονδιακών) υπηρεσιών που καταρτίστηκαν ή εγκρίθηκαν» και περιέχονταν σε εκτελεστικά διατάγματα που δημοσιοποιούνταν κατά ριπάς τις πρώτες εβδομάδες μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο.
Αποφάνθηκε μόνο για το προεδρικό εκτελεστικό διάταγμα το οποίο αφορά την αναδιάρθρωση μεγάλου εύρους και φέρει ημερομηνία 11η Φεβρουαρίου.
Με αυτό το κείμενο, ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος «διέταξε τις (ομοσπονδιακές) υπηρεσίες να καταρτίσουν σχέδια αναδιοργάνωσης και μείωσης προσωπικού “σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία”» εξήγησε η προοδευτική δικαστής Σόνια Σοτομαγιόρ, που συμφώνησε με την πλειοψηφία του 9μελούς σώματος. Η Σορομαγιόρ θεωρεί ότι η κυβέρνηση «μπορεί να δικαιωθεί προβάλλοντας το επιχείρημα» ότι το εκτελεστικό διάταγμα «είναι σύννομο».
Απεναντίας, «τα ίδια τα σχέδια δεν βρίσκονται ενώπιον τούτου του δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο, επομένως δεν είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε εάν μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή εντός των ορίων των δικαστικών περιορισμών» διευκρίνισε η κυρία Σοτομαγιόρ.
Είναι δεδομένο ότι οι απολύσεις θα συνεχίσουν να αποτελούν αντικείμενο δικαστικών μαχών, ωστόσο το Ανώτατο Δικαστήριο αφήνει μέχρι στιγμής την ευθύνη σε πρωτοβάθμια δικαστήρια να αποφανθούν.
Αιτιολογώντας τη διαφωνία της, η προοδευτική δικαστής Κετάντζι Μπράουν τόνισε σε ιδιαίτερα καυστικό τόνο: «Για κάποιον λόγο τούτο το δικαστήριο κρίνει καλό να επέμβει τώρα και να επιτρέψει στον πρόεδρο να κατεδαφίσει τα πάντα στο πέρασμά του, από την αρχή της αντιδικίας… Αν και οι πρόεδροι έχουν τη διακριτική ευχέρεια να μειώνουν το προσωπικό των ομοσπονδιακών δημόσιων υπηρεσιών, δεν μπορούν να αναδιαρθρώνουν θεμελιωδώς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση μόνοι τους».
Υπενθυμίζεται ότι αφότου επέστρεψε στον Λευκό Οίκο στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ έβαλε στο στόχαστρο τους ομοσπονδιακούς δημόσιους λειτουργούς. Υπό την καθοδήγηση επιτροπής με επικεφαλής τότε τον Ίλον Μασκ, πρώην σύμβουλό του με τον οποίο πλέον έχουν έρθει σε ρήξη, ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος μιλούσε για δραματικές περικοπές στην ομοσπονδιακή δημόσια διοίκηση και στις κρατικές δαπάνες.
Η κυριότερη συνδικαλιστική συνομοσπονδία των εργαζομένων στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, η AFGE, σε συνεργασία με άλλες συλλογικότητες εργαζομένων και ΜΚΟ, προσέφυγε στη δικαιοσύνη εναντίον της κυβέρνησης Τραμπ, επιχειρηματολογώντας πως ο αρχηγός του κράτους υπερέβη τις εξουσίες του διατάσσοντας τις μαζικές απολύσεις δίχως τη συγκατάθεση του Κογκρέσου.





