Πολύ πιο ευάλωτοι στους εντονότερους καύσωνες εξαιτίας της κλιματικής κρίσης οι εργαζόμενοι

Tρεις φορές πιο θανατηφόρο έκανε η κλιματική αλλαγή το πρόσφατο κύμα καύσωνα στην Ευρώπη, καθώς περισσότεροι άνθρωποι πέθαναν κατά τη διάρκειά του από ό,τι κατά τη διάρκεια των πλημμυρών στη Βαλένθια το 2024 και στη βορειοδυτική Ευρώπη το 2021.

Αυτό διαπίστωσε έρευνα του Imperial College και της Σχολής Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου, που ασχολήθηκε ειδικά με την κλιματική αλλαγή, τους καύσωνες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες και τις επιπτώσεις τους στους εργαζομένους.

Η έρευνα των Imperial College και της Σχολής Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου δημοσιεύτηκε χθες Τετάρτη και αποτελεί μια πρώτη τέτοιου είδους μελέτη ταχείας απόδοσης, που συνδέει τους πρόσφατους θανάτους στην Ευρώπη με την ακραία ζέστη εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, η οποία σκότωσε περίπου 2.300 ανθρώπους σε 12 ευρωπαϊκές πόλεις μεταξύ 23 Ιουνίου και 2 Ιουλίου.

Ευάλωτοι οι εργαζόμενοι στους καύσωνες

Στη μελέτη διαπιστώνεται ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους είναι από τους πιο εκτεθειμένους σε επικίνδυνα επίπεδα θερμότητας και οι ευρωπαϊκές χώρες λαμβάνουν γρήγορα μέτρα για την προστασία τους. Αναφέρεται χαρσακτηριστικά ότι η Ισπανία και η Ελλάδα περιορίζουν την εργασία σε εξωτερικούς χώρους τις ζεστές ημέρες, ενώ η Γαλλία και ορισμένες ιταλικές περιφέρειες ψήφισαν παρόμοια νομοθεσία φέτος.

Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα, ακόμη και ορισμένοι από τους πιο προηγμένους κανονισμούς στον κόσμο δεν επαρκούν και το πρόβλημα επιδεινώνεται, καθώς η κλιματική αλλαγή κάνει τα κύματα καύσωνα πιο συχνά και πιο έντονα.

«Αυτοί οι αριθμοί αντιπροσωπεύουν πραγματικούς ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους τις τελευταίες ημέρες λόγω της ακραίας ζέστης» δήλωσε στο πρακτορείο Bloomberg η Φριντερίκε Ότο, κλιματολόγος στο Imperial College και εκ των συντακτών της έκθεσης, προσθέτοντας: «Οι θάνατοι από θερμότητα μπορούν να αυξηθούν ραγδαία όταν οι θερμοκρασίες φτάνουν σε ορισμένα επίπεδα που ωθούν τους ευάλωτους ανθρώπους στα όριά τους – μια αύξηση της θερμοκρασίας του καύσωνα μόλις 2 ή 4 βαθμών μπορεί να σημαίνει τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου για χιλιάδες ανθρώπους».

Μάλιστα, άρθρο του Bloomberg αναφέρεται και στον θάνατο μία γυναίκας 51 ετών στη Βαρκελώνη, η οποία εργαζόταν στην υπηρεσία καθαριότητας του δήμου. Η άτυχη Μόνσε Αγκιλάρ δούλευε σε μεσημεριανή βάρδια, σε πολυσύχναστη τουριστική περιοχή και σε συνθήκες καύσωνα. Επέστρεψε σπίτι της στις 21.30 και παραπονέθηκε σε συγγενικά της πρόσωπα ότι ένιωθε κράμπες στα χέρια, στο στήθος και στον λαιμό της. Τελικά, κατέληξε λίγο πριν από τις 23.00 στο διαμέρισμά της.

Ο συγκεκριμένος θάνατος προκάλεσε γενικότερη κατακραυγή στην Ισπανία. Ο δήμος της Βαρκελώνης αυστηροποίησε τα πρωτόκολλα για τη θερμότητα, καθιστώντας υποχρεωτικά για τους εργαζομένους πεντάλεπτα διαλείμματα για να ενυδατώνονται κάθε ώρα κατά τη διάρκεια των καυσώνων. Επίσης, οι ισπανικές Αρχές ξεκίνησαν έρευνα για την FCC SA, την εταιρεία για την οποία εργαζόταν η Αγκιλάρ και μία από τις τέσσερις συμβαλλόμενες εταιρείες που παρείχαν υπηρεσίες καθαρισμού δρόμων για την πόλη.

«Το πρωτόκολλο ήταν προβληματικό επειδή άφηνε όλη την ευθύνη στους εργαζομένους, αυτοί ήταν που αποφάσιζαν αν θα έπιναν νερό μία ή 100 φορές» δήλωσε ο Λιουίς Λαμπουρλάνες, γραμματέας υπηρεσιών αστικής καθαριότητας στο συνδικάτο UGT στη Βαρκελώνη, του οποίου η Αγκιλάρ ήταν μέλος, συνεχίζοντας: «Χρειαζόμαστε περισσότερα μέτρα, επειδή έχουμε πιο συχνά και μεγαλύτερα κύματα καύσωνα και τα σκουπίδια των δρόμων πρέπει να μαζεύονται ούτως ή άλλως».

Στην Ιταλία, τουλάχιστον τρία άτομα έχουν πεθάνει από αιτίες που σχετίζονται με την ακραία ζέστη εν ώρα εργασίας. Την περασμένη εβδομάδα, η κυβέρνηση της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι θέσπισε εθνικά πρωτόκολλα για τις επιχειρήσεις, προκειμένου να προστατεύσει τους εργαζομένους από τις υψηλές θερμοκρασίες. Τα νέα μέτρα, που υποστηρίζονται από τα συνδικάτα, περιλαμβάνουν πιθανή μείωση του ωραρίου εργασίας και τη δυνατότητα διακοπής των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, εάν οι θερμοκρασίες φτάσουν σε ορισμένα επίπεδα.

Στην Ελλάδα, το υπουργείο Εργασίας περιόρισε την εργασία σε εξωτερικούς χώρους από τις 11 μ.μ. έως τις 5 μ.μ. σε ορισμένες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, καθώς αρκετές περιοχές κατέγραψαν θερμοκρασίες άνω των 40°C αυτή την εβδομάδα. Η Ακρόπολη στην Αθήνα έκλεισε λόγω της ζέστης και οι εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένων των διανομέων και των ταχυμεταφορών, επωφελήθηκαν από αυτά τα μέτρα προστασίας, αλλά όχι όσοι εργάζονται σε περιοχές στις οποίες βρίσκονται εγκαταστάσεις που θεωρούνται σημαντικές και κοινωνικά κρίσιμες υποδομές, όπως η υγεία, οι μεταφορές και οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, σύμφωνα με την έρευνα του Imperial College.

Η έρευνα του Imperial College

Ενώ πολλά περιστατικά θερμοπληξίας και θάνατοι λόγω της υψηλής θερμοκρασίας υποτιμώνται, οι ερευνητές βρίσκουν νέους τρόπους για να μάθουν πόσοι άνθρωποι πεθαίνουν λόγω ακραίων θερμοκρασιών.

Για τη μελέτη τους, οι επιστήμονες του Imperial College χρησιμοποίησαν παρατηρήσεις καιρού από το πρόσφατο κύμα καύσωνα και ανέλυσαν τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε τις 12 πόλεις που συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα, καθορίζοντας τι θα είχε συμβεί σε έναν κόσμο χωρίς την κλιματική αλλαγή. Όπως διαπίστωσαν, η ανθρωπογενής υπερθέρμανση του πλανήτη έκανε το κλίμα θερμότερο μεταξύ 1°C και 4°C, ανάλογα με την τοποθεσία.

Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν μοντελοποίηση και ιστορικά δεδομένα θνησιμότητας για να εκτιμήσουν τον αριθμό των ανθρώπων που πέθαναν κατά τη διάρκεια του δεκαήμερου καύσωνα. Συνδυάζοντας δεδομένα καιρού και θνησιμότητας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι 1.500 λιγότεροι άνθρωποι θα είχαν πεθάνει σε έναν κόσμο χωρίς την υπερθέρμανση του πλανήτη.

«Θα χρειαστούν εβδομάδες ή μήνες στις Αρχές διαφόρων χωρών για να δημοσιεύσουν επίσημα στοιχεία για τους θανάτους από ζέστη, αλλά ακόμη και τότε πολλά περιστατκά θα υποεκτιμηθούν» υπογράμμισε ο Γαρύφαλλος Κωνσταντινούδης, εκ των συντακτών της έκθεσης, αναφέροντας στο πρακτορείο Bloomberg ότι οι περισσότεροι θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη συμβαίνουν σε σπίτια και νοσοκομεία, μακριά από τη δημόσια θέα.

«Υπάρχει μια κλινική υποαναγνώριση των θερμοπληξιών, ειδικά σε ηλικιωμένους ενήλικες όπου τα συμπτώματα επικαλύπτονται με άλλες παθήσεις… Επομένως είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε εάν ένα άτομο νοσηλεύτηκε με θερμοπληξία που προκάλεσε άλλα δυσμενή συμβάντα υγείας ή εάν η κύρια αιτία εισαγωγής στο νοσοκομείο αυτού του ατόμου ήταν κάτι μεγαλύτερο, όπως μια χρόνια ασθένεια» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Γ. Κωνσταντινούδης.

Πηγή: in.gr