Τι είναι οι «ξηρασίες ημέρας μηδέν» που φοβούνται οι επιστήμονες

Μεγάλες ξηρασίες, περιόδους ακραίας και πρωτοφανούς λειψυδρίας, που θα μπορούσαν να εμφανιστούν ήδη από αυτήν την δεκαετία αναμένεται να υποστούν πολλά μέρη του κόσμου, όπως τμήματα της Βόρειας Αμερικής, της Μεσογείου και της νότιας Αφρικής, σύμφωνα με νέα μελέτη.

Είναι γνωστό ότι η κλιματική αλλαγή, που τροφοδοτείται από την καύση ορυκτών καυσίμων, διαταράσσει τον παγκόσμιο κύκλο του νερού και προκαλεί λειψυδρία. Ωστόσο, αυτό που δεν είναι σαφές είναι το πότε και σε ποιες περιοχές θα πλήξουν οι ακραίες ελλείψεις νερού. Η νέα έρευνα δίνει κάποιες απαντήσεις, μερικές μάλιστα απρόσμενες, δήλωσε ο Κρίστιαν Φράντσκε, κλιματολόγος στο Πανεπιστήμιο Pusan της Νότιας Κορέας και συντάκτης τμήματος μελέτης που δημοσιεύτηκε χθες Τρίτη στο Nature Communications.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν μεγάλο αριθμό κλιματικών μοντέλων για να αξιολογήσουν τον χρόνο και την πιθανότητα εμφάνισης «ξηρασιών ημέρας μηδέν». Πρόκειται για «πρωτοφανή φαινόμενα λειψυδρίας, γεγονότα που δεν έχουν συμβεί μέχρι τώρα» εξήγησε ο Φράντσκε στο CCN, προσθέτοντας: «Είναι η στιγμή που ανοίγεις τη βρύση και δεν βγαίνει νερό».

Οι «ξηρασίες ημέρας μηδέν» προκύπτουν από τον συνδυασμό πολλών παραγόντων: παρατεταμένη έλλειψη βροχοπτώσεων, χαμηλά επίπεδα ποταμών και ταμιευτήρων καθώς και ραγδαία αυξανόμενη ζήτηση νερού για ανθρώπους, γεωργία και βιομηχανία.

Σύμφωνα με τη μελέτη, σχεδόν τα τρία τέταρτα των περιοχών που είναι ευάλωτες σε ξηρασία, περιλαμβανομένων εκείνων με μεγάλα φράγματα και δεξαμενές, αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο σοβαρών και παρατεταμένων ξηρασιών έως το τέλος του αιώνα, εάν οι άνθρωποι συνεχίσουν να καίνε ορυκτά καύσιμα.

Περισσότερο από το ένα τρίτο αυτών των περιοχών, όπως η δυτική Αμερική, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση ήδη από τη δεκαετία του 2020 ή του 2030. «Το γεγονός ότι «ξηρασίες ημέρας μηδέν» μπορεί να συμβούν τόσο σύντομα, με τα σημερινά επίπεδα υπερθέρμανσης, ήταν κάτι που μας εξέπληξε» είπε ο Φράντσκε, αν και ορισμένες πόλεις έχουν ήδη βρεθεί επικίνδυνα κοντά.

Το Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής βρέθηκε σε κρίσιμη κατάσταση το 2017 και 2018, ύστερα από μία από τις πιο σοβαρές ξηρασίες που έχουν καταγραφεί. Η πόλη απέφυγε την καταστροφή χάρη σε αυστηρά μέτρα εξοικονόμησης νερού και άνω του μέσου όρου βροχοπτώσεις το 2018.

Η Τσενάι, στη νοτιοανατολική Ινδία, έφτασε πολύ κοντά στο να ξεμείνει από νερό το 2019, όταν οι ταμιευτήρες κατέρρευσαν. Νερό μεταφερόταν με βυτιοφόρα σε γειτονιές, ενώ οι κάτοικοι χρειάστηκε να περιμένουν ώρες στην καυτή ζέστη.

Σήμερα πολλές πόλεις δίνουν μάχη για να αποφύγουν την «ημέρα μηδέν», από την Τεχεράνη και την Καμπούλ έως το Μεξικό Σίτι και το Λος Άντζελες.

Οι πόλεις βρίσκονται σε ιδιαίτερο κίνδυνο, καθώς οι αυξανόμενοι πληθυσμοί εντείνουν τη ζήτηση για υδάτινους πόρους που ήδη βρίσκονται υπό πίεση λόγω κλιματικής αλλαγής και κακοδιαχείρισης. Οι κοινότητες χαμηλού εισοδήματος αναμένεται να πληγούν δυσανάλογα, σύμφωνα με τη μελέτη.

Ορισμένα μέρη του κόσμου, όπως η Μεσόγειος, η Νότια Αφρική, η Ασία και η Αυστραλία, προβλέπεται να βιώσουν πιο παρατεταμένες «ξηρασίες ημέρας μηδέν» με μικρότερα διαλείμματα μεταξύ τους, περιορίζοντας τον χρόνο ανάκαμψης. «Αυτό μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για τη γεωργία και τα οικοσυστήματα και, για ορισμένες περιοχές που θα πληγούν ιδιαίτερα, θέτει το ερώτημα αν οι άνθρωποι θα μπορούν να ζουν εκεί μακροπρόθεσμα» είπε ο Φράντσκε.

Τα ευρήματα δείχνουν ξεκάθαρα την ανάγκη να επιταχυνθεί η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας, τόνισε ο επιστήμονας, αλλά και να βελτιωθεί η διαχείριση του νερού, αφού τεράστιες ποσότητες χάνονται μέσα από διαρροές στους αγωγούς. Η έρευνα θα πρέπει επίσης να καθοδηγήσει τη βιομηχανία, όπως τόνισε επιπλέον, επισημαίνοντας την ανάπτυξη υδροβόρων βιομηχανιών, π.χ. η παραγωγή ημιαγωγών και τα κέντρα δεδομένων, σε περιοχές με έλλειψη νερού, όπως το Τέξας και η Αριζόνα.

Ένα όριο της μελέτης είναι ότι δεν συμπεριλαμβάνει τους υπόγειους υδάτινους πόρους στους υπολογισμούς, καθώς τα μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν δεν είχαν σχεδιαστεί για αυτό. Ωστόσο, ο Φράντσκε είπε ότι ενσωμάτωσαν κάποια μέτρα ώστε να το λάβουν υπ’ όψιν στην ανάλυσή τους.

Ο Ρίτσαρντ Άλαν, καθηγητής Κλιματικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ, που δεν συμμετείχε στην έρευνα, είπε στο CNN ότι πρόκειται για σημαντικά νέα στοιχεία για το πώς η ξηρασία θα ενταθεί καθώς η υπερθέρμανση του πλανήτη συνδυάζεται με τη ζήτηση φρέσκου νερού από τις κοινωνίες, συμπληρώνοντας: «Η έρευνα αποτελεί οδηγό παρά τέλεια πρόβλεψη, ωστόσο δίνει μια εικόνα μιας αυξανόμενης πίεσης στους υδάτινους πόρους από πολλές πλευρές, που ήδη γίνεται ορατή».

Πηγή: skai.gr