Από την πλευρά των δημοσίων σχέσεων η συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν χθες Πέμπτη στο Λευκό Οίκο ήταν σίγουρα επιτυχημένη, όμως τα αποτελέσματά της και το τι κέρδισε η κάθε πλευρά μένει να φανούν.
Στη συνάντηση, που διήρκεσε περίπου δυόμισι ώρες και ήταν η πρώτη έπειτα από έξι χρόνια για τον Τούρκο πρόεδρο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έφερε μια λίστα αιτημάτων:
- την απόκτηση F-16 και F-35 με επιστροφή στα σχετικά προγράμματα
- την εμβάθυνση των διμερών ενεργειακών σχέσεων
- τη συνεργασία στο πεδίο της αμυντικής βιομηχανίας
- τη μεταφορά τεχνογνωσίας
- την αύξηση του διμερούς εμπορίου, με αιχμή τη συμφωνία απόκτησης νέων αεροσκαφών από την Boeing.
Προκειμένου να «καλοπιάσει» τον Αμερικανό πρόεδρο, ο Ερντογάν έφερε «δώρα» που ανέρχονται σε αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια. Από την πλευρά του ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε ότι είναι διατεθειμένος να εξαιρέσει την Τουρκία από τις κυρώσεις του νόμου CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act) για τα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη, αρκεί να σταματήσει με τη σειρά της να αγοράσει ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Αγκάθι μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει και το ρωσικό οπλικό σύστημα S-400, το οποίο προκάλεσε την επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων. Αν και το συγκεκριμένο σύστημα δεν αναφέρθηκε ονομαστικά από πλευράς Τραμπ, εντούτοις έχει κινητοποιήσει ελληνικής καταγωγής μέλη του Κογκρέσου, καθώς η όποια εξαίρεση για την τουρκική πλευρά από το πλαίσιο των κυρώσεων, περνά μέσα από ψηφοφορία στο Καπιτώλιο, όπου η πλειοψηφία δεν είναι δεδομένη για το Λευκό Οίκο.
Παράλληλα, η στάση Τραμπ έδειξε στον Τούρκο πρόεδρο ότι η επιστροφή του στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών περνά μέσα από την Ουκρανία, καθώς το ρωσικό πετρέλαιο χρηματοδοτεί τη στρατιωτική μηχανή της Μόσχας. «Μπορούμε εύκολα να κάνουμε συμφωνία για τα F-35, αλλά ο Ερντογάν θα πρέπει να κάνει κάτι για μας πρώτα» είπε ο Τραμπ αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο, χωρίς να ξεκαθαρίζει ούτε το χρονοδιάγραμμα ούτε το τι θέλουν οι ΗΠΑ από την Τουρκία για να κλείσει η συμφωνία για τα F-35.
Για το αμερικανικό think tank Atlantic Council, η συνάντηση υπήρξε επιτυχής, καθώς «σηματοδοτεί μια θετική, έστω και μερική, μετατόπιση του τόνου στη διμερή σχέση», ενώ «η εικόνα της κοινής συνέντευξης Τύπου ήταν εξαιρετικά θετική». Εξάλλου, τα συμφέροντα των ΗΠΑ ταυτίζονται με αυτά της Άγκυρας σε μια σειρά θεμάτων, όπως η κατάσταση στη Συρία και την Ουκρανία, ο τερματισμός του πολέμου στη Γάζα, αλλά και η επανέναρξη μιας ευρύτερης αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας, με ανοιχτό και το κεφάλαιο διευθέτησης της HalkBank.
«Μετά τη συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών έχουμε ενδείξεις ότι επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος σε διάφορους τομείς» επεσημαίνει το Atlantic Council, συμπεραίνοντας πως ότι δύο σημαντικές ενεργειακές συμφωνίες -μία για αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) 20 ετών αξίας 43 δισεκατομμυρίων δολαρίων και μια συμφωνία για την πολιτική πυρηνική ενέργεια που περιλαμβάνει μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες- επισημοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Όσον αφορά το ελληνικό ενδιαφέρον, η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης επανήλθε στο προσκήνιο ως αίτημα που μετέφερε ο Αμερικανός πρόεδρος στον Τούρκο ομόλογο του, σε μια απόπειρα ικανοποίησης αιτημάτων που εμπεδώνουν μια αίσθηση ισορροπίας και ανεκτικότητας σε περιφερειακό επίπεδο.
«Δεν θα είναι όλοι οι παρατηρητές στην Άγκυρα ή την Ουάσινγκτον ευχαριστημένοι με αυτή τη στενότερη ευθυγράμμιση, αλλά οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων έχουν ζυγίσει τα πλεονεκτήματα και προχωρούν» τονίζει το think tank, υπογραμμίζοντας την παράμετρο του Ουκρανικού.
Ακόμη και η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 συνεπάγεται τον οικονομικό απογαλακτισμό της Μόσχας από την Άγκυρα, δηλαδή τη στέρηση πολύτιμων πόρων που προκύπτουν από το ρωσικό πετρέλαιο, ιδίως όταν υπάρχουν υπόνοιες ότι αυτό διαχέεται πέραν της γειτονικής χώρας.
Σε μια τέτοια περίπτωση, μερική άρση των κυρώσεων του νόμου CAATSA θα άνοιγε τον δρόμο της συμμετοχής της Τουρκίας ακόμη πιο ενεργά στον ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ. Ο απομάκρυνση από τη Ρωσία είναι το ζητούμενο και στο πεδίο της διμερούς ενεργειακής συνεργασίας που υπογράφηκε χθες στο Λευκό Οίκο, καθώς «σηματοδοτεί μια εναλλακτική λύση στον κυρίαρχο ρόλο της Ρωσίας στον ενεργειακό τομέα της Τουρκίας μέσω του πυρηνικού σταθμού Ακούγιου και μελλοντικών έργων», όπως επισημαίνεται, δίνοντας την ευκαιρία στην Τουρκία να γείρει την πλάστιγγα προς την πλευρά των ΗΠΑ, αν τελικά το επιλέξει.
«Στη συνάντηση συζητήθηκαν τα κοινά βήματα που θα κάνουμε το επόμενο διάστημα ως δύο σύμμαχες και φίλες χώρες. Η έμφαση δόθηκε σε τομείς περιφερειακής συνεργασίας που μπορούμε να εφαρμόσουμε. Ήταν μια εξαιρετικά παραγωγική και επιτυχημένη επίσκεψη» δήλωσε χαρακτηριστικά o Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν.





