Τουλάχιστον 280.000 ευρώ ήταν τα παράνομα κέρδη για τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, που τηλεφωνούσαν σε ανυποψίαστους πολίτες και παρίσταναν τους λογιστές ή τους υπάλληλους του ΔΕΔΔΗΕ. Όπως προέκυψε από την έρευνα της Οικονομικής Αστυνομίας, το κύκλωμα που αποτελούνταν από Ρομά διέθετε κεντρικό «τηλεφωνικό κέντρο» στο Ζεφύρι, μέσω του οποίου γίνονταν καθημερινά δεκάδες κλήσεις.
Η μέθοδος δράσης της εγκληματικής οργάνωσης
Οι κατηγορούμενοι αναζητούσαν τυχαία ονοματεπώνυμα πολιτών από πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου, τους καλούσαν τηλεφωνικά και παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές, και επικαλούμενοι διάφορα προσχήματα, όπως η φορολογική δήλωση, η ασφάλιση μετρητών και τιμαλφών ή η διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας, έπειθαν τα θύματα να συγκεντρώσουν χρήματα και τιμαλφή και να τα τοποθετήσουν σε σημείο με ελεύθερη πρόσβαση εντός ή έξω από το σπίτι τους ενώ ταυτόχρονα άλλα μέλη της κυκλώματος πήγαιναν στα σπίτια των θυμάτων και τα αφαιρούσαν ή τα παραλάμβαναν με τη δικαιολογία της καταμέτρησης και της εκτίμησής τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, για να δυσκολέψουν τον εντοπισμό τους, τα μέλη της οργάνωσης μετακινούσαν συχνά το «τηλεφωνικό κέντρο» και άλλαζαν τηλέφωνα. Επιπλέον, στους χώρους όπου λειτουργούσαν τα τηλεφωνικά κέντρα είχαν εγκαταστήσει κάγκελα ασφαλείας και κυκλώματα παρακολούθησης, ώστε να αντιλαμβάνονται έγκαιρα τυχόν αστυνομική παρουσία.
Τα μέλη της οργάνωσης που αποτελούσαν το τηλεφωνικό κέντρο ή αλλιώς «τηλεφωνητές», είχαν επιφορτιστεί με τη συλλογή και την ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών, την ανεύρεση υποψήφιων θυμάτων, την τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους και την εξαπάτησή τους. Αυτό ήταν το βασικό κομμάτι της εγκληματικής δράσης της οργάνωσης καθώς χωρίς τις ενέργειες των μελών του τηλεφωνικού κέντρου, η οργάνωση δεν θα είχε υπόσταση.
Μετά τους «τηλεφωνητές», ακολουθούσαν οι «εισπράκτορες χρηματικών ποσών και τιμαλφών» που ήταν αρμόδιοι για τη μετάβαση στις οικίες ώστε μετά την εξαπάτηση των θυμάτων από τους «τηλεφωνητές» να προβούν στην αφαίρεση των χρηματικών ποσών και τιμαλφών από τα θύματα.
Ο «διευθυντής» της οργάνωσης επόπτευε τους «τηλεφωνητές» και παράλληλα μαζί με τον συντονιστή καθοδηγούσε τις επιχειρησιακές ομάδες να μεταβούν άμεσα στη διεύθυνση της οικίας του θύματος, ώστε να συλλέξουν τα προϊόντα απάτης και να τα μεταφέρουν σε ασφαλές χώρο στην κατοχή τους.
Ως μέσο τέλεσης, οι εισπράκτορες χρησιμοποιούσαν κυρίως ενοικιαζόμενα οχήματα.
Τελικά η δράση τερματίστηκε έπειτα από επιχείρηση των στελεχών της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων το μεσημέρι της Τρίτης στο Ζεφύρι.
Για την υπόθεση συνελήφθησαν έξι μέλη της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων το αρχηγικό καθώς και ο συντονιστής των επιχειρησιακών ομάδων.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για απάτες, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Η ανακοίνωση της Αστυνομίας
Από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας διέπρατταν απάτες με το πρόσχημα «υπαλλήλου του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστή».
Για τον τερματισμό της δράσης της πραγματοποιήθηκε μεσημβρινές ώρες της Τρίτης, 3 Μαρτίου 2026, στο Ζεφύρι Αττικής, ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, με τη συνδρομή επιχειρησιακών ομάδων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, κατά την οποία εντοπίστηκε το «τηλεφωνικό κέντρο» της οργάνωσης, ενώ συνελήφθησαν 6 μέλη της, μεταξύ των οποίων το αρχηγικό καθώς και ο συντονιστής των επιχειρησιακών ομάδων.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για απάτες, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Όπως προέκυψε από την έρευνα, οι συλληφθέντες, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2025, είχαν συστήσει εγκληματική οργάνωση με συγκεκριμένη δομή και διακριτούς ρόλους, με σκοπό τη διάπραξη απατών με το πρόσχημα «υπαλλήλου του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστή».
Η εγκληματική οργάνωση απαρτιζόταν αποκλειστικά από άτομα ίδιας φυλετικής καταγωγής και διέθετε διακριτή δομή, αποτελούμενη από τον «διευθυντή» – αρχηγικό μέλος, το «τηλεφωνικό κέντρο» και τις «επιχειρησιακές ομάδες».
Ως προς τον τρόπο δράσης (modus operandi), τα μέλη της οργάνωσης αναζητούσαν τυχαία ονοματεπώνυμα πολιτών από πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου και προέβαιναν καθημερινά στην πραγματοποίηση πλήθους τηλεφωνικών κλήσεων, παρουσιάζοντας ψευδή γεγονότα ως αληθινά, με σκοπό να τους εξαπατήσουν και να αποκομίσουν παράνομα κέρδη.
Ειδικότερα, οι «τηλεφωνητές» είχαν επιφορτιστεί με τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών, όπως και την ανεύρεση των υποψήφιων θυμάτων.
Ακολούθως, πραγματοποιούσαν τηλεφωνικές κλήσεις και αφού παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές και επικαλούνταν διάφορα προσχήματα όπως διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας, δήλωση στην Εφορία, ασφάλιση μετρητών ή τιμαλφών, έπειθαν τα θύματά τους να συγκεντρώσουν χρήματα και τιμαλφή και να τα τοποθετήσουν σε σημείο με ελεύθερη πρόσβαση εντός ή εκτός της οικίας τους.
Στη συνέχεια, αναλάμβαναν οι επιχειρησιακές ομάδες που είχαν ρόλο «εισπράκτορα χρηματικών ποσών και τιμαλφών». Τα εν λόγω μέλη της οργάνωσης, χρησιμοποιώντας κυρίως ενοικιαζόμενα οχήματα, μετέβαιναν στις οικίες των θυμάτων και αφαιρούσαν ή παραλάμβαναν τα χρήματα, κοσμήματα ή άλλα τιμαλφή, με τη δικαιολογία της καταμέτρησης ή εκτίμησής τους.
Κεντρικό ρόλο στη δράση της εγκληματικής οργάνωσης είχε το αρχηγικό μέλος, το οποίο ως «διευθυντής» επόπτευε τους «τηλεφωνητές» και παράλληλα μαζί με τον συντονιστή καθοδηγούσε τις επιχειρησιακές ομάδες, να μεταβούν άμεσα στη διεύθυνση της οικίας του θύματος, ώστε να συλλέξουν τα προϊόντα απάτης και ακολούθως να τα μεταφέρουν σε ασφαλές χώρο στην κατοχή τους.
Μάλιστα, για να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους, προέβαιναν σε σύντομα χρονικά διαστήματα σε αλλαγή εγκατάστασης του «τηλεφωνικού κέντρου», καθώς και στη συνεχή αλλαγή των επιχειρησιακών τηλεφωνικών συνδέσεων και αριθμών.
Επιπλέον, στους χώρους όπου λειτουργούσαν τα τηλεφωνικά κέντρα είχαν τοποθετήσει κάγκελα ασφαλείας και εγκαταστήσει κυκλώματα παρακολούθησης, ώστε να αποτρέπουν και να αντιλαμβάνονται έγκαιρα τυχόν αστυνομική παρουσία.
Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
- 20 κινητά τηλέφωνα
- 22 κάρτες SIM
- 10 επώνυμα ρολόγια
- 4 χρυσές αλυσίδες
- 2 δαχτυλίδια
- 9 φυσίγγια των 9mm
- καταγραφικό
- 2 αυτοκίνητα, από τα οποία το ένα είχε χρησιμοποιηθεί τον Ιούλιο 2025 σε διάπραξη ληστείας με το πρόσχημα υπαλλήλου ΔΕΔΔΗΕ
- χρηματικό ποσό των 3.900 ευρώ
Μέχρις στιγμής έχουν εξιχνιαστεί 40 περιπτώσεις απατών, με το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της οργάνωσης να υπερβαίνει τις 280.000 ευρώ.
Οι συλληφθέντες, με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.





