Κ. Πιερρακάκης στο ECOFIN για Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: «Θα μείνουμε στη συζήτηση ή θα περάσουμε στις πράξεις;»

Tο ερώτημα αν η Ευρώπη θα προχωρήσει σε αποφάσεις ή θα μείνει στις διαπιστώσεις όσον αφορά την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων έθεσε ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στην ανοιχτή συνεδρίαση του ECOFIN.

«Το βασικό ερώτημα είναι το εξής: θα μείνουμε στη συζήτηση ή θα περάσουμε στις πράξεις;» ανέφερε συγκεκριμένα ο κ. Πιερρακάκης, επισημαίνοντας ότι συχνά υπάρχει συμφωνία σε επίπεδο αρχών, η οποία όμως συνοδεύεται από επιφυλάξεις σε εθνικό επίπεδο, ένα «ναι μεν, αλλά», που μπλοκάρει την υλοποίηση.

Αναφερόμενος στα τεχνικά ζητήματα, τόνισε ότι στηρίζει την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης της ESMA (Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών), σημειώνοντας ειδικά σε μια περίοδο όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις τρέχουν με γρήγορους ρυθμούς: «Δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα 27 φορές».

Παράλληλα, εξήγησε ότι είναι εφικτό να διατηρηθούν αρμοδιότητες σε εθνικό επίπεδο, φέρνοντας ως παράδειγμα τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπου η κεντρική εποπτεία συνδυάζεται με αποκεντρωμένη εφαρμογή. Όπως είπε, ο βαθμός εποπτείας μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Eurogroup, υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να καθοδηγήσουν τις αποφάσεις, όπως η διασυνοριακή δραστηριότητα, η σημασία για την αγορά και η ανάγκη ίσων όρων ανταγωνισμού.

Στο τέλος της παρέμβασής του, ο κ. Πιερρακάκης χρησιμοποίησε δύο παραδείγματα για να περιγράψει το δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Το πρώτο ήταν η κατάργηση των Corn Laws το 1846 στο Ηνωμένο Βασίλειο, μια απόφαση που -όπως σημείωσε- έβαλε την οικονομική αποδοτικότητα πάνω από την εθνική προστασία και απελευθέρωσε το οικονομικό δυναμικό της χώρας.

Το δεύτερο παράδειγμα προήλθε από την αρχαία Ελλάδα και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Όπως είπε, όταν το Μαντείο των Δελφών μίλησε για «ξύλινα τείχη», κάποιοι το εξέλαβαν κυριολεκτικά, όμως ο Θεμιστοκλής το ερμήνευσε ως πλοία, επιλογή που οδήγησε στη νίκη.

«Το δίδαγμα είναι σαφές: ανοίγεσαι ή κλείνεσαι; Επιλέγεις να γκρεμίσεις τα τείχη και να απελευθερώσεις το δυναμικό, ή όχι;», ανέφερε, καταλήγοντας ότι τέτοιες αποφάσεις είναι τελικά περισσότερο πολιτικές και φιλοσοφικές, παρά τεχνικές.

Κλείνοντας, σημείωσε ότι το ερώτημα για το αν η Ευρώπη θα παραμείνει σε λογική προστασίας ή θα προχωρήσει σε απελευθέρωση των δυνατοτήτων της είναι ουσιαστικά ρητορικό.

Αναλυτικά η παρέμβαση του Κυριάκου Πιερρακάκη

«Τα διλήμματα πίσω από τη συζήτηση για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων φαίνεται να επανέρχονται συνεχώς. Αν έπρεπε να το θέσω με απλά λόγια, το βασικό ερώτημα είναι το εξής: θα μείνουμε στη συζήτηση ή θα περάσουμε στις πράξεις; Θα συνεχίσουμε να επαναλαμβάνουμε ότι συμφωνούμε με την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, αλλά μετά να προτάσσουμε τις εθνικές μας επιφυλάξεις – το “ναι μεν αλλά”; Ή θα προχωρήσουμε στην υλοποίηση;

Δύο ιστορίες μου έρχονται έντονα στο μυαλό σε αυτές τις συζητήσεις, γιατί και οι δύο, η καθεμία με τον δικό της τρόπο, έχουν κοινά χαρακτηριστικά είτε μιλάμε για τη διασυνοριακή ενοποίηση τραπεζών είτε για το ψηφιακό ευρώ ή για τα στοιχεία της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

Θα επανέλθω σε αυτές τις ιστορίες στο τέλος της ομιλίας μου, αλλά ας περάσουμε πρώτα στα τεχνικά ζητήματα.

Στηρίζουμε την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πρέπει να ενισχύσουμε τις δυνατότητες της ESMA, γιατί, ειλικρινά, δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα 27 φορές. Και ειδικά όσο επιταχύνονται οι τεχνολογικές εξελίξεις, αυτό θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο.

Μπορούμε να διατηρήσουμε δυνατότητες σε εθνικό επίπεδο; Ναι, μπορούμε. Το έχουμε ήδη κάνει μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Είναι ένα πολύ χρήσιμο παράδειγμα. Το έχουμε εφαρμόσει στο παρελθόν: η κεντρική εποπτεία μπορεί να συνδυαστεί με την αποκεντρωμένη εφαρμογή και εκτέλεση. Συνολικά, ο βαθμός της εποπτείας μπορεί να διαφοροποιείται με βάση τις λειτουργικές ανάγκες.

Υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε: η διασυνοριακή δραστηριότητα, η λειτουργική σημασία για την αγορά, η ανάγκη διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού. Αυτά μπορούν να κατευθύνουν την εποπτεία κάθε φορά. Και νομίζω ότι ο Μπερτράν (σ.σ.: Bertrand Dumont) ανέφερε προηγουμένως ένα πολύ ενδιαφέρον πλαίσιο για να βρούμε κοινό τόπο.

Περνώντας τώρα στις δύο ιστορίες, για να ολοκληρώσω:

Η πρώτη είναι η κατάργηση των Corn Laws το 1846. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι πλέον στο τραπέζι, αλλά πρόκειται για ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα -η Ιρλανδία το γνωρίζει καλά- όπου το Ηνωμένο Βασίλειο επέλεξε τη συστημική αποδοτικότητα έναντι της εθνικής προστασίας. Μιλάμε για δασμούς, ένα θέμα που είναι ξανά επίκαιρο παγκοσμίως.

Αυτή η κίνηση, το να επιλέξει δηλαδή την οικονομική αποδοτικότητα και να κατεδαφίσει τα εμπόδια και τον προστατευτισμό, απελευθέρωσε τότε το οικονομικό δυναμικό της βρετανικής αυτοκρατορίας. Απαιτεί πολιτικό θάρρος για να επιτευχθεί οικονομικός μετασχηματισμός. Πιστέψτε με, προέρχομαι από μια χώρα που το έχει αποδείξει αυτό σε εθνικό επίπεδο.

Και αποδίδει κοινωνικά, πολιτικά, και οικονομικά.

Η τελευταία ιστορία -και η πρώτη φορά που αναφέρω κάτι από την αρχαία Ελλάδα σε παρέμβασή μου στο ECOFIN- είναι από τους Περσικούς Πολέμους.

Όταν το Μαντείο των Δελφών είπε ότι τα “ξύλινα τείχη” θα σώσουν την πόλη, κάποιοι το ερμήνευσαν κυριολεκτικά: να χτίσουμε πραγματικά τείχη γύρω από την Αθήνα. Όμως οι πιο ανοιχτόμυαλοι της εποχής, και συγκεκριμένα ο Θεμιστοκλής, ερμήνευσαν τα “ξύλινα τείχη” ως πλοία. Και έτσι κερδήθηκε η περίφημη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Το δίδαγμα είναι σαφές: ανοίγεσαι ή κλείνεσαι; Επιλέγεις να γκρεμίσεις τα τείχη και να απελευθερώσεις το δυναμικό, ή όχι;

Στο τέλος της ημέρας, τέτοιες συζητήσεις είναι περισσότερο φιλοσοφικές παρά τεχνικές. Θέλουμε να είμαστε η γενιά πολιτικών που απλώς προστατεύει τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά ή εκείνη που απελευθερώνει το δυναμικό αυτής της Ένωσης;

Νομίζω ότι η ερώτηση είναι ρητορική.

Σας ευχαριστώ».