Μείωσε το ενεργειακό κόστος και την εξάρτηση από εισαγωγές η ηλιακή ενέργεια στην Ευρώπη

Εξοικονόμηση δισεκατομμυρίων ευρώ έχουν προσφέρει μέσα στο 2026 στην Ευρώπη τα φωτοβολταϊκά, όπως διαπιστώνει νέα ανάλυση της SolarPower Europe. Η ηλιακή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στο αυξημένο κόστος εισαγωγής ορυκτών καυσίμων, την ώρα που ο πόλεμος με το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Το Brent, το οποίο αποτελεί το βασικό διεθνές σημείο αναφοράς για την αγορά πετρελαίου, συνεχίζει να παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις εξαιτίας της κατάστασης στο Στενό του Χορμούζ, από όπου υπό κανονικές συνθήκες διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου.

Παρά τις πιέσεις αυτές, η νέα μελέτη της SolarPower Europe εκτιμά ότι η αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας έχει εξοικονομήσει για την ευρωπαϊκή οικονομία 12,8 δισεκατομμύρια ευρώ έως τις 2 Ιουνίου, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 136 εκατ. ευρώ ημερησίως.

«Οι Ευρωπαίοι πολίτες στρέφονται όλο και περισσότερο στην ηλιακή ενέργεια κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης» δήλωσε χαρακτηριστικά η διευθύνουσα σύμβουλος της SolarPower Europe Βάλμπουργκα Χέμετσμπεργκερ, επισημαίνοντας ότι τα συμπεράσματα των τελευταίων 100 ημερών πολέμου θα πρέπει να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη έμφαση σε λύσεις ευελιξίας πέρα από τα ορυκτά καύσιμα, όπως τα συστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τα οφέλη της ευρωπαϊκής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.

Η κυρία Χέμετσμπεργκερ υποστηρίζει ότι η στρατηγική αυτή μπορεί να περιορίσει τους λογαριασμούς ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθιστώντας παράλληλα την Ευρώπη ασφαλέστερη και πιο ανταγωνιστική. Την ίδια στιγμή, υπογραμμίζει ότι απαιτούνται στοχευμένες πολιτικές και χρηματοδοτικά εργαλεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε να διατηρηθεί η αναπτυξιακή δυναμική του κλάδου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν και από την κρίση στη Μέση Ανατολή, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες είχαν ήδη αποδείξει τα οφέλη της στροφής προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ισπανία, η οποία από το 2019 έχει διπλασιάσει τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ αιολικών και φωτοβολταϊκών μονάδων, προσθέτοντας περισσότερα από 40 GW στο ενεργειακό σύστημά της. Σημειώνεται ότι μία μονάδα ισχύος 1 GW μπορεί να καλύψει τις ετήσιες ανάγκες περίπου 876.000 νοικοκυριών με μέση κατανάλωση 10.000 kWh.

Σύμφωνα με το ενεργειακό ινστιτούτο Ember, η επέκταση των αιολικών και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων στην Ισπανία έχει περιορίσει κατά 75% από το 2019 την επίδραση των ακριβών μονάδων ορυκτών καυσίμων στη διαμόρφωση της τιμής του ρεύματος.

Παράλληλα, η σύνδεση της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας με το κόστος παραγωγής από φυσικό αέριο μειώθηκε ταχύτερα σε σχέση με άλλες χώρες που εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το αέριο, όπως η Γερμανία και η Ιταλία.

Στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού, η τελική χονδρική τιμή καθορίζεται από τη μονάδα με το υψηλότερο κόστος που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης, συνήθως μια μονάδα φυσικού αερίου ή άλλου ορυκτού καυσίμου. Όσο όμως αυξάνεται η συμμετοχή φθηνότερων τεχνολογιών, όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, τόσο περιορίζεται η ανάγκη χρήσης ακριβών θερμικών μονάδων.

Σημαντική συμβολή είχε και η αιολική παραγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου καταγράφηκε νέο ιστορικό υψηλό στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, παρά τις πιέσεις για νέες εξορύξεις πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα. Στις 26 Μαρτίου, η παραγωγή αιολικής ενέργειας στη χώρα ανήλθε στα 23.880 μεγαβάτ, επίπεδο αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες περίπου 23 εκατομμυρίων νοικοκυριών.

Όπως σημείωσε η Τάρα Σινγκ από τη RenewableUK, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο άνεμος κάλυψε περισσότερο από το μισό της ηλεκτρικής παραγωγής της Βρετανίας, ενώ νωρίτερα μέσα στην ίδια ημέρα η φτηνή αιολική και ηλιακή ενέργεια εκτόπισαν το ακριβό φυσικό αέριο από το σύστημα ηλεκτροπαραγωγής. Ως αποτέλεσμα, η συμμετοχή του φυσικού αερίου περιορίστηκε μόλις στο 2,3% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρισμού, το χαμηλότερο επίπεδο σχεδόν δύο ετών. Όπως υπογράμμισε, αυτή είναι η ουσία της ενεργειακής μετάβασης και απόδειξη ότι η ανάπτυξη νέων έργων καθαρής ενέργειας πρέπει να συνεχιστεί με ακόμη μεγαλύτερη ένταση τα επόμενα χρόνια.