Βρετανία: Έτοιμος να θέσει θέμα ηγεσίας στους Εργατικούς ο Άντι Μπέρναμ – Δεν παραδίδει τα όπλα ο Στάρμερ

Ιδιαίτερα δύσκολη αναμένεται να είναι η επόμενη περίοδος για τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ μετά τη νίκη του Άντι Μπέρναμ, ο οποίος εξασφάλισε κοινοβουλευτική έδρα και επιστρέφει στο Γουεστμίνστερ και -όπως όλα δείχνουν- θα θέσει θέμα ηγεσίας στο κόμμα των Εργατικών μετά τις συντριπτικές ήττες του κόμματος.

Ο ίδιος ο Στάρμερ δεν παραδίδει τα όπλα και δηλώνει ότι θα συμμετάσχει στην όποια αναμέτρηση για την ηγεσία.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι δεν πιστεύει πως μια διαδικασία αμφισβήτησης της ηγεσίας θα είναι καλή για τη χώρα, προειδοποιώντας ότι υπάρχει κίνδυνος να βυθιστεί στο χάος. «Εάν υπάρξει ψηφοφορία για την ηγεσία του εργατικού κόμματος, τότε, ναι, θα είμαι υποψήφιος… Έχω δηλώσει κατ’ επανάληψη ότι δεν πρόκειται να κάνω πίσω».

Από την πλευρά του ο Άντι Μπέρναμ, ο Εργατικός δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ, ο οποίος εξελέγη βουλευτής με στόχο την απομάκρυνση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, δηλώνει ότι είναι η ώρα για αλλαγή. Ο 56χρονος Μπέρναμ κέρδισε τη δημοτικότητά του με την ταύτισή του με τον βιομηχανικό Βορρά της Αγγλίας και θέλει να είναι η φωνή «όλων των ξεχασεμών περιοχών». Εκανε το πρώτο βήμα νικώντας την Ακροδεξιά στις εκλογές για την αναπλήρωση της βουλευτικής έδρας του Μέικερφιλντ, στην ευρύτερη περιφέρεια του Μάντσεστερ, που αποτελεί προϋπόθεση στην πορεία του για την ανάληψη των ηνίων του Εργατικού Κόμματος και την εγκατάστασή του στην Ντάουνινγκ Στριτ.

«Είναι η τελευταία ευκαιρία για να αλλάξουμε το Εργατικό Κόμμα… Είναι η ευκαιρία για μία νέα πολιτική με βάση την ενότητα και την ελπίδα, μακριά από τη ζοφερή και διχαστική πολιτική που απαντάμε στις Ηνωμένες Πολιτείες» ανέφερε κατά τη νικητήρια ομιλία του, υποσχόμενος «ισοτιμία για τις περιοχές που έχει παραμελήσει το Γουεστμίνστερ».

Στην κούρσα για την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, η τρίτη φορά μπορεί να είναι και η τυχερή: ο Αντι Μπέρναμ ήταν υποψήφιος το 2010, οπότε ηττήθηκε απέναντι στον Εντ Μίλιμπαντ, και έπειτα το 2015, οπότε επικράτησε ο Τζέρεμι Κόρμπιν. Η επιστροφή του στο κοινοβούλιο του Γουεστμίνστερ θα τον αναγκάσει να εγκαταλείψει την δημαρχία του Μείζονος Μάντσεστερ των 2,8 εκατομμυρίων κατοίκων που κέρδισε το 2017 για να επανεκλεγεί στη συνέχεια θριαμβευτικά δύο φορές.

Ο Άντι Μπέρναμ είναι παιδί της περιοχής με το βιομηχανικό παρελθόν: μεγάλωσε σε μία μικρή πόλη ανάμεσα στο Λίβερπουλ , όπου γεννήθηκε -έχει παραμείνει οπαδός της Εβερτον- και το Μάντσεστερ. Στην πόλη αυτή που γνωρίζει από το 2015 οικονομική ανάπτυξη δύο φορές μεγαλύτερη από τον εθνικό μέσο όρο, η βασική επιτυχία του Άντι Μπέρναμ είναι η βελτίωση των δημόσιων συγκοινωνιών, με την ανάληψη του δημόσιου ελέγχου επί του συστήματος των λεωφορείων και με την ένταξή του στο δίκτυο των τραμ και των τρένων, με χαμηλά κόμιστρα.

Κέρδισε τον χαρακτηρισμό «βασιλιάς του Βορρά» κατά τη διάρκεια της πανδημίας της Covid-19 χάρη στη μάχη που έδωσε με τον τότε πρωθυπουργό των Τόρις Μπόρις Τζόνσον, για να εξασφαλίσει πόρους ώστε να υποστηρίξει τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους της πληγείσας από την κρίση περιοχής.

Ο Άντι Μπέρναμ, ο οποίος έχει υψηλή δημοτικότητα μεταξύ των πολιτικών προσωπικοτήτων της χώρας (35%, σύμφωνα με το YouGov), έχει εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή του με τον Κιρ Στάρμερ, κυρίως όταν μείωσε τα κοινωνικά επιδόματα προς τους αναπήρους.

Αν και δεν έχει παρουσιάσει το πολιτικό του πρόγραμμα, πηγές του περιβάλλοντός του δήλωσαν πρόσφατα στη βρετανική εφημερίδα «Guardian» ότι τάσσεται υπέρ ορισμένων εθνικοποιήσεων, κυρίως στον τομέα της υδροδότησης, όπου η βασική εταιρεία, η Thames Water, βρίσκεται σε οικονομική δυσχέρεια.

Υποστηρικτής του παρεμβατισμού, περιέγραφε τον Ιανουάριο «τους τέσσερις καβαλάρηδες της βρετανικής αποκάλυψης: απορρύθμιση, ιδιωτικοποίηση, λιτότητα, Brexit».

Ωστόσο έχει δεσμευθεί για την τήρηση των στόχων της δημοσιονομικής ισορροπίας που έχει θέσει η υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας Ρέιτσελ Ριβς για να καθησυχάσει τις αγορές.

Ο Άντι Μπέρναμ γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1970 και είναι ο γιος ενός τεχνίτη των τηλεπικοινωνιών και μίας ιατρικής γραμματέως. Εντάχθηκε στο Εργατικό Κόμμα σε ηλικία 14 ετών και ο ίδιος λέει ότι «ριζοσπαστικοποιήθηκε» στην απεργία των ανθρακωρύχων (1984-85), η οποία συνετρίβη από την κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ.

Εκανε Αγγλικές Σπουδές στο Cambridge.

Το 2001, εξελέγη βουλευτής του Λέι, στην περιφέρεια του Μάντσεστερ. Στην συνέχεια συμμετείχε στην κυβέρνηση του Τόνι Μπλερ, αρχικά ως υφυπουργός Εσωτερικών. Στην κυβέρνηση του Γκόρντον Μπράουν υπηρέτησε ως αρχιγραμματέας Οικονομικών και στην συνέχεια ως υπουργός Πολιτισμού το 2008 και Υγείας από το 2009 έως το 2010.

Είναι παντρεμένος από το 2000 με την ολλανδικής καταγωγής ειπιχειρηματία Μαρι-Φρανς βαν Χιλ, την οποία γνώρισε στο πανεπιστήμιο και με την οποία έχει τρία παιδιά.