Επιτακτική καθιστά την αναθεώρηση του μοντέλου διαχείρισης των φυσικών καταστροφών η ραγδαία αύξηση της συχνότητας και της σφοδρότητας των ακραίων καιρικών φαινομένων, καθώς το βάρος μετατοπίζεται από την εκ των υστέρων κρατική αποζημίωση στην προληπτική διαχείριση του κινδύνου και σε μοντέλα συνέργιας του Δημοσίου και της ασφαλιστικής αγοράς. Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα συζήτησης που διοργάνωσε η Τράπεζα της Ελλάδος με θέμα τον ρόλο της ασφάλισης στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Εκπρόσωποι από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ελληνική κυβέρνηση και την εγχώρια ασφαλιστική αγορά ανέλυσαν τις στρατηγικές τους, αναδεικνύοντας τη σημασία της μετάβασης από την απλή αποζημίωση σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρόληψης και διαχείρισης ρίσκου.
Η ασφάλιση δεν αντικαθιστά τα μέτρα προσαρμογής ή προστασίας, αλλά αποτελεί βασικό κομμάτι για τη γρήγορη πρόσβαση σε κεφάλαια και την απορρόφηση των ζημιών έπειτα από μια καταστροφή, όπως υπογράμμισε ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Θεόδωρος Πελαγίδης. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα, ενώ τόνισε ότι η κλιματική κρίση είναι ήδη εδώ και ότι πρέπει να δοθεί βάρος στη χρηματοδότηση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, η οποία μέχρι τώρα λαμβάνει πολύ λιγότερους πόρους σε σχέση με τις επιπτώσεις της. Οι δημόσιοι πόροι δεν επαρκούν για να καλύψουν το τεράστιο κόστος των καταστροφών, επομένως είναι κρίσιμη η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων. Σε σχέση με την ασφαλιστική αγορά εξήγησε ότι επιτελεί έναν διπλό ρόλο: αφενός, ως διαχειριστής κινδύνου μπορεί να παρέχει κίνητρα για την πρόληψη καταστροφών και να προσφέρει πολύτιμα δεδομένα για τις οικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών κινδύνων, αφετέρου ως θεσμικός επενδυτής μπορεί να κατευθύνει κεφάλαια σε έργα που ενισχύουν την ανθεκτικότητα.
Από την πλευρά του, ο διευθυντής Εποπτείας Επαγγελματικής και Ιδιωτικής Ασφάλισης στην Τράπεζα της Ελλάδος Σταύρος Κωνσταντάς επεσήμανε ότι πλέον δεν γίνεται λόγος για μια απλή περιβαλλοντική ανησυχία, αλλά για μια σκληρή οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Οι ζημιές από φυσικές καταστροφές δεν είναι πλέον ομαλά κατανεμημένες μέσα στον χρόνο, αλλά έρχονται ως απρόβλεπτα, μαζικά και συγκεντρωμένα «σοκ». Όπως σημείωσε, στην Ευρώπη -και ακόμη περισσότερο στην Ελλάδα- υπάρχει μεγάλο κενό στην ασφαλιστική κάλυψη, κάτι που πιέζει ασφυκτικά τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τα οικονομικά των νοικοκυριών. Επίσης, αναφέρθηκε σε μοντέλα και πλαίσια (από φορείς όπως η ΕΚΤ και η EIOPA) που προτείνουν μια κλιμακωτή προσέγγιση (layered approach) για τη διασπορά του κινδύνου, χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως τα ομόλογα καταστροφών και τα εθνικά ασφαλιστικά ταμεία/pools καταστροφών. Ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος ως εποπτική Αρχή εστιάζει στη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιρειών απέναντι σε συστημικά σοκ, στην προστασία των καταναλωτών και τη στήριξη κρατικών μέτρων.
Ο Τίλμαν Λουτς, επικεφαλής του τμήματος Ασφαλίσεων και Συντάξεων της DG FISMA, έδωσε την ευρωπαϊκή διάσταση του προβλήματος, εστιάζοντας στο πρόγραμμα για την κλιματική προσαρμογή και την ανθεκτικότητα. Όπως τόνισε, η ασφάλιση μπορεί να καλύψει τις ζημιές μέχρι ένα σημείο, όμως, αν η συχνότητα των καταστροφών γίνει υπερβολικά υψηλή, οι κίνδυνοι θα καταστούν «μη ασφαλίσιμοι». «Δεν πρέπει να συμβιβαστούμε με την αποτυχία επίτευξης των στόχων του Παρισιού και απλώς να προσαρμοζόμαστε. Πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειες μείωσης των εκπομπών άνθρακα» τόνισε χαρακτηριστικά, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου. Η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κινείται σε δύο άξονες:
- Στην πλευρά της ζήτησης, όπου διαπιστώνεται χαμηλό επίπεδο επίγνωσης του κινδύνου από τους πολίτες. Ακόμη και σε περιοχές υψηλού κινδύνου, υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι «η επόμενη νεροποντή θα προσπεράσει». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει πώς η Οδηγία για τη Διανομή Ασφαλιστικών Προϊόντων (IDD) μπορεί να αξιοποιήσει τους διαμεσολαβητές για την καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών
- Στην πλευρά της προσφοράς & στα δεδομένα, όπου υπάρχει έντονη συζήτηση για το capacity της αντασφαλιστικής αγοράς. Ο κ. Λουτς σημείωσε ότι η Ευρώπη χρειάζεται πιο λεπτομερή δεδομένα. Προς αυτή την κατεύθυνση, η δημιουργία ενός παρατηρητηρίου σε συνεργασία με την EIOPA, που θα ενοποιεί τα διάσπαρτα δεδομένα σε έναν ενιαίο χάρτη κινδύνου, κρίνεται ως επιτακτική ανάγκη.
Στην εγχώρια πραγματικότητα και στις πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης αναφέρθηκε ο γενικός γραμματέας Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών Πέτρος Καμπούρης, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι η κρατική αρωγή προς τα πληγέντα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις παραμένει και θα παραμείνει αναγκαία, ωστόσο το μέγεθος της κλιματικής κρίσης απαιτεί ένα πιο βιώσιμο μοντέλο: «Οι δημόσιοι πόροι δεν μπορούν να σηκώσουν μόνοι τους το σύνολο του βάρους της αποκατάστασης. Ένα ανθεκτικό μοντέλο πρέπει να συνδυάζει την κρατική στήριξη, την ατομική ευθύνη και την ασφαλιστική κάλυψη».
Ο κ. Καμπούρης παρουσίασε τα σχετικά κυβερνητικά μέτρα:
- Για τις επιχειρήσεις: Με τους νόμους 5116/2024 και 5162/2024 καθίσταται πλέον υποχρεωτική η ασφάλιση έναντι φυσικών καταστροφών για όλες τις επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 500.000 ευρώ.
- Για τα νοικοκυριά: Μέσω του νόμου 5045/2023, παρέχεται έκπτωση έως 20% στον ΕΝΦΙΑ για κατοικίες με φορολογητέα αξία κάτω των 500.000 ευρώ που είναι ασφαλισμένες, και 10% για αξίες άνω αυτού του ορίου. Αντίθετα, θεσπίζεται πλήρης αποκλεισμός από κάθε κρατική αρωγή για ζημιές σε κατοικίες με φορολογητέα αξία άνω των 500.000 ευρώ που παρέμειναν ανασφάλιστες.
Παράλληλα, ο γενικός γραμματέας Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών αναφέρθηκε και στη σύσταση του Παρατηρητηρίου Ιδιωτικής Ασφάλισης έναντι Φυσικών Καταστροφών, ενός οργάνου με 21 μέλη υπό την εποπτεία του Συμβουλίου Ιδιωτικής Ασφάλισης, με στόχο τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής και την προώθηση της ασφαλιστικής κουλτούρας.
Την εικόνα της αγοράς και το μέγεθος της πρόκλησης περιέγραψε η γενική διευθύντρια της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ) Ελίνα Παπασπυροπούλου. Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, τα ποσοστά ασφαλιστικής διείσδυσης στη χώρα μας παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλά καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η κυρία Παπασπυροπούλου:
Παγκοσμίως, το 60% των ζημιών από φυσικές καταστροφές παραμένει ανασφάλιστο. Στην Ελλάδα, το κενό είναι ακόμη πιο δραματικό: Μόλις μία στις έξι κατοικίες είναι ασφαλισμένη, ενώ η ασφαλιστική διείσδυση στις επιχειρήσεις υπολογίζεται κοντά στο 30%. Η ΕΑΕΕ, όπως τονίστηκε, έχει αναπτύξει έντονη δραστηριότητα από το 2015, συμμετέχοντας σε διεθνείς πρωτοβουλίες όπως οι Αρχές για τη Βιώσιμη Ασφάλιση του UNEP FI, το Insurance Development Forum και το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Soteria (το οποίο εξετάζει ασφαλιστικές λύσεις για 12 ευάλωτους δήμους της Δυτικής Αττικής). Η κυρία Παπασπυροπούλου χαιρέτισε τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες, επισημαίνοντας ότι η στενή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αποτελεί το μοναδικό αποτελεσματικό «όπλο» για τη θωράκιση της κοινωνίας απέναντι στις οικονομικές συνέπειες των ακραίων φαινομένων.








