Η παραβατικότητα στην αγορά καυσίμων εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τους Έλληνες καταναλωτές, με το ετήσιο κόστος να υπολογίζεται στα περίπου 400 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με νέα μελέτη του Εργαστηρίου Τεχνολογίας Καυσίμων και Λιπαντικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), σχεδόν ένα στα τέσσερα πρατήρια καυσίμων στην Αττική εξακολουθεί να παραδίδει μικρότερη ποσότητα καυσίμου από αυτή που πληρώνει ο καταναλωτής.
Παρότι η εφαρμογή αυστηρότερων ελέγχων και το σφράγισμα 92 πρατηρίων το 2025 οδήγησαν σε αισθητή μείωση των παραβάσεων, το φαινόμενο παραμένει έντονο. Στην Αττική το ποσοστό των ελλειμματικών παραδόσεων περιορίστηκε στο 23,1% το 2026 από 33,1% το προηγούμενο έτος, ενώ στη Θεσσαλονίκη μειώθηκε στο 18,6% από 20%.
Μετατόπιση της παραβατικότητας
Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών (ΣΕΕΠΕ), Γιάννης Αλιγιζάκης, επισήμανε ότι το βασικό πρόβλημα έχει πλέον μετατοπιστεί από το λαθρεμπόριο στην «κλοπή στην αντλία», δηλαδή στην παράδοση μικρότερης ποσότητας καυσίμου από αυτή που αναγράφεται στην απόδειξη.
Ο ΣΕΕΠΕ εκτιμά ότι η συγκεκριμένη πρακτική κοστίζει περίπου 400 εκατ. ευρώ ετησίως στους οδηγούς, με βάση μέση ετήσια διανυόμενη απόσταση 30.000 χιλιομέτρων και μέση τιμή καυσίμου 1,90 ευρώ ανά λίτρο. Το ποσό αφορά αποκλειστικά τη ζημία των καταναλωτών και όχι τις απώλειες φορολογικών εσόδων του Δημοσίου από το λαθρεμπόριο.
Ζητούνται αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο
Ο ΣΕΕΠΕ ζητά τροποποίηση της νομοθεσίας ώστε να γνωστοποιούνται οι εταιρείες εμπορίας που συνεργάζονται με πρατήρια στα οποία διαπιστώνονται παραβάσεις. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, η ισχύουσα νομοθεσία δεν επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να δημοσιοποιεί τα στοιχεία αυτά, γεγονός που περιορίζει τη λογοδοσία.
Όπως υποστηρίζεται, η αλλαγή αυτή θα λειτουργούσε ως κίνητρο για αυστηρότερη εποπτεία των συνεργαζόμενων πρατηρίων από τις ίδιες τις εταιρείες εμπορίας.
Υποχώρηση της κατανάλωσης
Στην αγορά καυσίμων παρατηρείται επιβράδυνση της ζήτησης τους τελευταίους μήνες. Αν και σε ετήσια βάση η κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου κίνησης εμφανίζει οριακή αύξηση 0,7%, τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2026 καταγράφηκαν μειώσεις στις πωλήσεις, τάση που εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και μέσα στον Ιούλιο.
Γιατί οι τιμές δεν μειώνονται άμεσα
Απαντώντας στις επικρίσεις για τη διατήρηση υψηλών τιμών στα πρατήρια, ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ εξήγησε ότι οι λιανικές τιμές επηρεάζονται κυρίως από τις διεθνείς τιμές της βενζίνης και του ντίζελ και όχι αποκλειστικά από την τιμή του αργού πετρελαίου Brent.
Όπως ανέφερε, κατά την κρίση με το Ιράν τον Απρίλιο του 2026 το Brent αυξήθηκε κατά 31%, ενώ η διεθνής τιμή της βενζίνης αυξήθηκε κατά 46% και του πετρελαίου κίνησης κατά 72%. Αντίστοιχα, όταν οι διεθνείς τιμές υποχωρούν, απαιτούνται περίπου τέσσερις ημέρες μέχρι η μείωση να περάσει στις αντλίες.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να δημιουργούν έντονη αβεβαιότητα στην αγορά ενέργειας, καθώς ακόμη και ένα περιστατικό στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις διεθνείς τιμές. Εφόσον δεν υπάρξουν νέες κρίσεις, εκτίμησε ότι το πετρέλαιο θα κινηθεί το επόμενο διάστημα στην περιοχή των 70 έως 80 δολαρίων ανά βαρέλι, δημιουργώντας προοπτικές για σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων.







