Επενδύσεις 5 δισ. ευρώ, μπαταρίες, διασυνδέσεις νησιών, «Εξοικονομώ» και μάχη κατά των ρευματοκλοπών επιστρατεύονται για μείωση έως 30% στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας
Σημαντική αποκλιμάκωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά μέσα στην επόμενη τριετία επιδιώκει η κυβέρνηση, θέτοντας ως βασικό στόχο η τιμή του οικιακού ρεύματος να υποχωρήσει κοντά στα 17 λεπτά ανά κιλοβατώρα έως το τέλος του 2029, χωρίς να υπολογίζονται φόροι και ΦΠΑ.
Πρόκειται για έναν φιλόδοξο σχεδιασμό που αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 30% σε σχέση με τα επίπεδα αναφοράς του δεύτερου εξαμήνου του 2025, όταν η μέση λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα ανερχόταν στα 237,8 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή περίπου στα 23,78 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Η κυβερνητική στρατηγική δεν στηρίζεται σε μία νέα γενιά οριζόντιων επιδοτήσεων, αλλά σε ένα πλέγμα επενδύσεων και διαρθρωτικών παρεμβάσεων συνολικού ύψους περίπου 5 δισ. ευρώ, που φιλοδοξούν να περιορίσουν σταδιακά το ενεργειακό κόστος σε ολόκληρη την αλυσίδα.
Δεν έρχονται άμεσα μεγάλες μειώσεις στους λογαριασμούς
Το κρίσιμο στοιχείο του σχεδίου είναι ότι οι καταναλωτές δεν θα δουν από τη μία ημέρα στην άλλη θεαματική μείωση στους λογαριασμούς τους.
Οι περισσότερες παρεμβάσεις έχουν ορίζοντα τριετίας και αφορούν έργα που χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν, όπως η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων και η επέκταση της αυτοκατανάλωσης.
Μία από τις πρώτες άμεσες αλλαγές αφορά τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, με σχεδιασμό για μείωσή τους κατά 50% από τις αρχές του 2027. Ωστόσο, το άμεσο όφελος για ένα μέσο νοικοκυριό υπολογίζεται περίπου στο 1 ευρώ τον μήνα.
Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, είναι η σταδιακή αλλαγή του τρόπου με τον οποίο παράγεται, αποθηκεύεται και μεταφέρεται η ηλεκτρική ενέργεια.
Οι τρεις βασικές πηγές χρηματοδότησης
Οι επενδύσεις προβλέπεται να χρηματοδοτηθούν κυρίως από τρία μεγάλα εργαλεία: το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών και τη Ρήτρα Διαφυγής.
Τα κεφάλαια θα διοχετευτούν στην αποθήκευση ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, σε προγράμματα εξοικονόμησης, στην αντικατάσταση ενεργοβόρων συστημάτων θέρμανσης και στην αυτοπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο σχεδιασμός είναι κοστολογημένος και βασίζεται σε συγκεκριμένες παραδοχές. Ωστόσο, υπάρχει ένας παράγοντας που παραμένει εκτός κάθε ασφαλούς πρόβλεψης: η γεωπολιτική κρίση και οι διεθνείς τιμές της ενέργειας.
Με το πετρέλαιο να κινείται πλέον κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο να βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, μια νέα διεθνής ενεργειακή αναταραχή μπορεί να ανατρέψει ακόμη και τα πιο προσεκτικά σενάρια.
Γιατί άργησε να μειωθεί το κόστος των ΥΚΩ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας, καθώς οι καταναλωτές περίμεναν εδώ και χρόνια να δουν μεγαλύτερη ελάφρυνση μετά τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών.
Η διασύνδεση της Κρήτης με την Πελοπόννησο είχε ολοκληρωθεί από το 2021 και η μεγάλη διασύνδεση με την Αττική ολοκληρώθηκε το 2025. Παρ’ όλα αυτά, η αντίστοιχη εξοικονόμηση δεν πέρασε άμεσα στους λογαριασμούς.
Ο λόγος είναι ότι ο ειδικός λογαριασμός των ΥΚΩ παρέμενε ελλειμματικός, κυρίως λόγω του ιδιαίτερα υψηλού κόστους ηλεκτροπαραγωγής στα μη διασυνδεδεμένα νησιά.
Η εξοικονόμηση από τις διασυνδέσεις χρησιμοποιήθηκε έτσι αρχικά για να περιορίσει το έλλειμμα.
Το κράτος σχεδιάζει πλέον πρόσθετη χρηματοδότηση περίπου 200 εκατ. ευρώ, ώστε να δημιουργηθεί ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος για να περάσουν μειώσεις στους καταναλωτές.
Το κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και υπολογίζεται πλέον περίπου στα 1,2 δισ. ευρώ ετησίως, έναντι περίπου 900 εκατ. ευρώ το 2019.
Με επενδύσεις που πλησιάζουν συνολικά τα 7 δισ. ευρώ στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, η κυβέρνηση εκτιμά ότι αυτή η επιβάρυνση θα αρχίσει σταδιακά να υποχωρεί.
Το μεγάλο στοίχημα των μπαταριών
Κεντρική θέση στο σχέδιο για φθηνότερο ρεύμα καταλαμβάνει η αποθήκευση ενέργειας.
Η λογική είναι σχετικά απλή: όταν υπάρχει μεγάλη παραγωγή από φωτοβολταϊκά και άλλες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, σημαντικές ποσότητες φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να μπορούν να αποθηκεύονται και να χρησιμοποιούνται αργότερα.
Σήμερα, όταν πέφτει η παραγωγή των φωτοβολταϊκών τις απογευματινές ώρες, αυξάνεται η συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου, οι οποίες έχουν υψηλότερο κόστος.
Οι μεγάλες μπαταρίες μπορούν να λειτουργήσουν σαν ενεργειακές «δεξαμενές»: να αποθηκεύουν φθηνότερη πράσινη ενέργεια όταν υπάρχει πλεόνασμα και να την επιστρέφουν στο σύστημα τις ώρες υψηλής ζήτησης.
Η ανάπτυξη της αποθήκευσης επιταχύνεται εντυπωσιακά. Από μόλις 32 MW την 1η Απριλίου, η εγκατεστημένη ισχύς έχει φτάσει περίπου στα 700 MW, ενώ στόχος είναι να αγγίξει το 1 GW έως το τέλος του 2026.
Ο σχεδιασμός προβλέπει αποθηκευτική ισχύ 3 έως 4 GW το 2028 και 5 έως 7 GW έως το 2030.
Η σημασία των ΑΠΕ αποτυπώνεται και στις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς. Σε περιόδους μεγάλης συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών, η τιμή μπορεί να υποχωρεί κοντά στα 73 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ όταν μειώνεται η παραγωγή των ΑΠΕ μπορεί να ανεβαίνει περίπου στα 127 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Νέο «Εξοικονομώ» για 62.000 κατοικίες
Ένα δεύτερο μεγάλο κομμάτι του σχεδιασμού αφορά την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και επιχειρήσεων.
Περίπου 1,7 δισ. ευρώ προβλέπεται να κατευθυνθούν σε δράσεις που αφορούν καλύτερη ενεργειακή απόδοση, νέα συστήματα θέρμανσης και εξοπλισμό που περιορίζει την κατανάλωση.
Μέσα στο φθινόπωρο προγραμματίζεται νέο πρόγραμμα «Εξοικονομώ» ύψους 1,2 δισ. ευρώ, το οποίο αναμένεται να καλύψει περίπου 62.000 κατοικίες.
Παράλληλα, περίπου 930 εκατ. ευρώ προβλέπονται για αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης, ενώ 200 εκατ. ευρώ προορίζονται για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες σε περίπου 100.000 δικαιούχους.
Στο σχέδιο περιλαμβάνονται επίσης 395 εκατ. ευρώ για την ενεργειακή αναβάθμιση 12.000 πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Η κυβέρνηση επενδύει παράλληλα στην αυτοκατανάλωση, δηλαδή στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και συστημάτων αποθήκευσης από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σε αυτή την περίπτωση, η οικονομία δεν προκύπτει απαραίτητα από χαμηλότερη ονομαστική τιμή της κιλοβατώρας, αλλά από το γεγονός ότι ο καταναλωτής αγοράζει μικρότερη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο.
Το κόστος των ρευματοκλοπών πληρώνουν όλοι
Στο μικροσκόπιο βρίσκεται και ένα λιγότερο ορατό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό μέρος του λογαριασμού: οι απώλειες από ρευματοκλοπές και ανεξόφλητες οφειλές.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους παρόχους υπολογίζονται περίπου στα 3 δισ. ευρώ, ενώ οι ρευματοκλοπές εκτιμάται ότι επιβαρύνουν συνολικά τους καταναλωτές κατά περίπου 450 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Στόχος είναι το ποσοστό των ρευματοκλοπών να περιοριστεί στο 3,5% έως το 2028, από περίπου 5% την περίοδο 2023-2024.
Βασικό εργαλείο θεωρείται η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών σε όλες τις παροχές έως το 2030, οι οποίοι επιτρέπουν ταχύτερο εντοπισμό ύποπτων μεταβολών στην κατανάλωση.
Σχέδιο για υπογειοποίηση δικτύων
Στο τραπέζι βρίσκεται παράλληλα και πρόγραμμα υπογειοποίησης τμημάτων του ηλεκτρικού δικτύου, με προτεραιότητα σε περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές.
Η πλήρης υπογειοποίηση του δικτύου θεωρείται πρακτικά αδύνατη, καθώς το συνολικό κόστος εκτιμάται περίπου στα 35 δισ. ευρώ.
Για τον λόγο αυτό θα υπάρξει ιεράρχηση περιοχών και έργων, ώστε οι παρεμβάσεις να επικεντρωθούν εκεί όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος από πυρκαγιές, ακραία καιρικά φαινόμενα ή άλλες φυσικές καταστροφές.
Παράλληλα σχεδιάζονται αυστηρότεροι κανόνες για τα ιδιωτικά δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, με σχετικές ρυθμίσεις να αναμένονται σε νομοσχέδιο που θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση.
Το μεγάλο στοίχημα μέχρι το 2029
Το κυβερνητικό σχέδιο ουσιαστικά μεταφέρει το βάρος από τις έκτακτες επιδοτήσεις στις μόνιμες παρεμβάσεις.
Η φιλοσοφία είναι ότι ένας λογαριασμός ρεύματος δεν μπορεί να μειωθεί μακροπρόθεσμα μόνο με κρατικές ενισχύσεις. Χρειάζεται να περιοριστεί το κόστος παραγωγής, να αξιοποιείται περισσότερο η φθηνή ενέργεια των ΑΠΕ, να μειωθούν οι απώλειες των δικτύων και να περιοριστούν οι επιβαρύνσεις που σήμερα μεταφέρονται στους συνεπείς καταναλωτές.
Ο στόχος των 17 λεπτών ανά κιλοβατώρα μέχρι το τέλος του 2029 είναι επομένως το τελικό σημείο μιας σειράς παρεμβάσεων που θα πρέπει να λειτουργήσουν ταυτόχρονα.







