Στο μικροσκόπιο η απόφαση της Φρανκφούρτης – Πώς επηρεάζονται Euribor, στεγαστικά και δάνεια επιχειρήσεων – Ποιοι δανειολήπτες βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένοι σε έναν νέο ανοδικό κύκλο
Ένας νέος κύκλος ανόδου των ευρωπαϊκών επιτοκίων επιστρέφει στο προσκήνιο, προκαλώντας ανησυχία σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν δάνεια συνδεδεμένα με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με την επίμονη πίεση του πληθωρισμού, ο οποίος εξακολουθεί να κινείται υψηλότερα από τον στόχο του 2%, επαναφέροντας στο τραπέζι το ενδεχόμενο αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής.
Η συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου βρίσκεται στο επίκεντρο των αγορών, ενώ μέχρι το τέλος του 2026 ακολουθούν ακόμη δύο κρίσιμα ραντεβού της ΕΚΤ, στις 29 Οκτωβρίου και 17 Δεκεμβρίου.
Για τους δανειολήπτες το ζήτημα δεν είναι απλώς μια μεταβολή μερικών δεκαδικών μονάδων σε έναν οικονομικό δείκτη. Κάθε άνοδος του κόστους του χρήματος μπορεί να μεταφερθεί σταδιακά στο Euribor και στη συνέχεια στη μηνιαία δόση χιλιάδων στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων.
Το σενάριο της αύξησης κατά 0,25%
Μία πιθανή αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, δηλαδή κατά 0,25%, θα αποτελούσε την πρώτη σαφή ένδειξη ότι η περίοδος αποκλιμάκωσης των επιτοκίων έχει φτάσει στο τέλος της.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η στάση της Γερμανίας. Ο πρόεδρος της Bundesbank και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Γιοακίμ Νάγκελ έχει εμφανιστεί θετικός απέναντι σε μια νέα αύξηση, αν και παραμένει περισσότερο επιφυλακτικός ως προς το πόσο μακριά θα μπορούσε να φτάσει ένας νέος ανοδικός κύκλος.
Η βασική πηγή προβληματισμού παραμένει ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης, ο οποίος κινείται κοντά στο 3%, διατηρώντας σημαντική απόσταση από τον επίσημο στόχο της ΕΚΤ.
Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες, η Φρανκφούρτη ενδέχεται να θεωρήσει ότι απαιτείται εκ νέου παρέμβαση μέσω των επιτοκίων.
Στο επίκεντρο το Euribor
Για τους Έλληνες δανειολήπτες, το μεγάλο «κλειδί» βρίσκεται στην πορεία του Euribor, καθώς πάνω σε αυτό βασίζεται μεγάλος αριθμός συμβάσεων κυμαινόμενου επιτοκίου.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου το Euribor τριμήνου είχε ήδη κινηθεί πάνω από το 2,6%, φτάνοντας στις 2 Σεπτεμβρίου στο 2,646%.
Στο συγκεκριμένο επιτόκιο προστίθεται το περιθώριο, το γνωστό spread, που έχει συμφωνήσει ο πελάτης με την τράπεζα. Έτσι το πραγματικό κόστος ενός δανείου μπορεί να διαμορφώνεται αισθητά υψηλότερα.
Το πόσο θα επιβαρυνθεί ένας δανειολήπτης εξαρτάται από τρεις βασικές παραμέτρους: το ποσό που εξακολουθεί να οφείλει, τα χρόνια που απομένουν μέχρι την εξόφληση και το περιθώριο της τράπεζας που προβλέπει η σύμβασή του.
Όσο μεγαλύτερο είναι το ανεξόφλητο κεφάλαιο και η υπολειπόμενη διάρκεια, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η επίπτωση μιας ανόδου των επιτοκίων.
Πού βρίσκονται σήμερα τα στεγαστικά
Τα στοιχεία για την ελληνική αγορά δείχνουν ότι το κόστος χρηματοδότησης έχει ήδη παραμείνει σε σχετικά υψηλές ζώνες.
Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις είχε διαμορφωθεί τον Ιούλιο στο 4,67%, ενώ στα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο κινήθηκε περίπου στο 3,53%.
Μια νέα άνοδος του Euribor θα μπορούσε να αυξήσει περαιτέρω τη μηνιαία επιβάρυνση, κυρίως για όσους δεν διαθέτουν προστασία μέσω σταθερού επιτοκίου ή άλλης τραπεζικής ρύθμισης.
Για ένα νοικοκυριό που έχει, για παράδειγμα, σημαντικό υπόλοιπο στεγαστικού δανείου, ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη αύξηση μπορεί να μετατραπεί σε πρόσθετη επιβάρυνση δεκάδων ευρώ κάθε μήνα.
Σε ετήσια βάση, το ποσό αυτό γίνεται σαφώς μεγαλύτερο και έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη αυξημένο κόστος ζωής.
Ακριβότερο χρήμα και για τις επιχειρήσεις
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη στεγαστική πίστη.
Το μέσο επιτόκιο των επιχειρηματικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια είχε φτάσει στο 4,76%, ενώ στα επαγγελματικά δάνεια είχε διαμορφωθεί στο 6,91%.
Στα νέα επιχειρηματικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο το μέσο κόστος κινούνταν περίπου στο 4,21%, ενώ στα δάνεια τακτής λήξης προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρισκόταν στο 4,45%.
Μια νέα αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε επομένως να επηρεάσει όχι μόνο τις υφιστάμενες χρηματοδοτήσεις αλλά και τις αποφάσεις για νέες επενδύσεις.
Όσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού, τόσο ακριβότερη γίνεται για μια επιχείρηση η χρηματοδότηση μιας επέκτασης, η αγορά εξοπλισμού ή ακόμη και η κάλυψη αναγκών κεφαλαίου κίνησης.
Το προηγούμενο του 2023
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη ζήσει μία περίοδο απότομης ανόδου των επιτοκίων και γνωρίζουν τις συνέπειες που μπορεί να έχει στις αντοχές των νοικοκυριών.
Την άνοιξη του 2023 είχαν προχωρήσει σε παρέμβαση για τους συνεπείς δανειολήπτες με κυμαινόμενο στεγαστικό επιτόκιο, «παγώνοντας» τα επιτόκια αναφοράς σε χαμηλότερα επίπεδα.
Ως βάση χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα της 31ης Μαρτίου 2023.
Το Euribor ενός μήνα, το οποίο κινούνταν περίπου στο 2,90%, διαμορφώθηκε για τις ανάγκες της συγκεκριμένης προστασίας στο 2,70%, ενώ το Euribor τριμήνου περιορίστηκε από περίπου 3,05% στο 2,85%.
Το μέτρο λειτούργησε ως δίχτυ προστασίας την ώρα που η ΕΚΤ συνέχιζε να αυξάνει τα επιτόκια και το επιτόκιο καταθέσεων έφτανε τελικά στο 4% τον Σεπτέμβριο του 2023.
Η κίνηση εκείνη δεν προστάτευσε μόνο τα νοικοκυριά. Περιόρισε και τον κίνδυνο να δημιουργηθεί μια νέα γενιά μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων.
Από το -0,50% στο 4% και στη συνέχεια στο 2,25%
Η διαδρομή των επιτοκίων τα τελευταία χρόνια δείχνει πόσο δραματικά έχει αλλάξει το τοπίο.
Τον Σεπτέμβριο του 2019 το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ βρισκόταν στο -0,50%.
Τον Ιούλιο του 2022 ξεκίνησε ο μεγάλος κύκλος αυξήσεων με στόχο την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Μέσα σε περίπου έναν χρόνο το επιτόκιο καταθέσεων εκτοξεύθηκε, φτάνοντας στο 4% τον Σεπτέμβριο του 2023.
Από τον Ιούνιο του 2024 η κατεύθυνση άλλαξε και ξεκίνησε η αποκλιμάκωση, με το επιτόκιο καταθέσεων να φτάνει στο 2,25% τον Ιούνιο του 2026.
Παρά τις μειώσεις, το κόστος του χρήματος εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ υψηλότερα από τα επίπεδα της εποχής των αρνητικών επιτοκίων.
Το μεγάλο ερώτημα για τους δανειολήπτες
Το κρίσιμο πλέον δεν είναι μόνο αν η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε μία αύξηση, αλλά εάν αυτή θα αποτελέσει μεμονωμένη κίνηση ή την αφετηρία ενός νέου ανοδικού κύκλου.
Αυτό είναι και το σενάριο που παρακολουθούν στενά οι ελληνικές τράπεζες.
Μια απότομη επιβάρυνση των δόσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα κυρίως σε νοικοκυριά με χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα, μεγάλο ανεξόφλητο στεγαστικό και κυμαινόμενο επιτόκιο.
Την ίδια στιγμή, η στεγαστική πίστη επιχειρεί να ανακάμψει και η αύξηση του αριθμού των νέων στεγαστικών αποτελεί βασική επιδίωξη τόσο του τραπεζικού συστήματος όσο και της οικονομικής πολιτικής.
Μια παρατεταμένη περίοδος ακριβότερου χρήματος θα μπορούσε να φρενάρει αυτή την προσπάθεια.
Γι’ αυτό η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Για τις αγορές θα είναι ένα ακόμη μήνυμα για την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής. Για τον δανειολήπτη όμως μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο απτό: περισσότερα ευρώ στη μηνιαία δόση του στεγαστικού ή του επιχειρηματικού του δανείου.





