Ένα νέο, αυστηρότερο ηλεκτρονικό δίχτυ ελέγχου για το γάλα και το κρέας σχεδιάζεται με στόχο να περιοριστούν οι ελληνοποιήσεις και να εντοπίζονται περιπτώσεις στις οποίες εισαγόμενες πρώτες ύλες εμφανίζονται στην αγορά ως ελληνικά προϊόντα.
Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται η πλήρης ηλεκτρονική ιχνηλάτηση της διαδρομής του προϊόντος, από την παραγωγή και τη μεταφορά έως τη μεταποίηση και την τελική διάθεσή του.
Η ΑΑΔΕ έχει ήδη προχωρήσει στην επέκταση της ψηφιακής παρακολούθησης διακίνησης αγαθών μέσω του myDATA, με το Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής να αποτελεί κεντρικό εργαλείο του νέου συστήματος. Η Β’ φάση προβλέπει υποχρεωτική διαβίβαση δεδομένων στην πλατφόρμα από τις 12 Οκτωβρίου 2026.
Από τον στάβλο μέχρι το ράφι
Η λογική του νέου μηχανισμού είναι απλή αλλά ιδιαίτερα αυστηρή.
Κάθε ποσότητα γάλακτος ή κρέατος που ξεκινά από τον παραγωγό θα πρέπει να αφήνει ψηφιακό ίχνος.
Το ίδιο θα συμβαίνει κατά τη μεταφορά της πρώτης ύλης, κατά την είσοδό της σε μια μεταποιητική μονάδα και στη συνέχεια κατά την παραγωγή και πώληση του τελικού προϊόντος.
Έτσι, οι ελεγκτικές αρχές θα μπορούν να συγκρίνουν τις ποσότητες ελληνικής πρώτης ύλης που δηλώθηκαν με τις ποσότητες προϊόντων που τελικά βγήκαν στην αγορά.
Με απλά λόγια, εάν μία μονάδα δηλώνει ότι παρέλαβε συγκεκριμένη ποσότητα ελληνικού γάλακτος, αλλά στη συνέχεια εμφανίζει πολλαπλάσια παραγωγή προϊόντων που χαρακτηρίζονται ελληνικά, το σύστημα θα μπορεί να ενεργοποιεί ηλεκτρονικό «καμπανάκι».
Το barcode που θα ακολουθεί το προϊόν
Στο μοντέλο που συζητείται, κάθε διακίνηση θα συνοδεύεται από ηλεκτρονική καταγραφή και κωδικοποίηση.
Οι κωδικοί θα ανεβαίνουν στη σχετική βάση δεδομένων και θα διασταυρώνονται με τα στοιχεία των μεταποιητικών επιχειρήσεων.
Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια συνεχής ηλεκτρονική αλυσίδα, χωρίς κενά ανάμεσα στον παραγωγό, τον μεταποιητή και το τελικό προϊόν.
Το ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής αναμένεται να αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία αυτής της διαδικασίας, καθώς η ΑΑΔΕ έχει ήδη θεσπίσει ψηφιακή καταγραφή της διακίνησης αγαθών στο myDATA, με στόχο, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου.
Το «Άρτεμις 2» στο επίκεντρο
Κρίσιμος θεωρείται και ο ρόλος του συστήματος «Άρτεμις», μέσω του οποίου καταγράφονται στοιχεία της κτηνοτροφικής παραγωγής.
Η χρήση δεδομένων παραγωγής γάλακτος και κρέατος από το σύστημα «Άρτεμις», σε συνδυασμό με στοιχεία του myDATA, έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για διασταυρώσεις πραγματικής κτηνοτροφικής δραστηριότητας.
Το επόμενο βήμα είναι η ενίσχυση αυτής της ψηφιακής σύνδεσης, ώστε οι ελεγκτικές αρχές να γνωρίζουν όχι μόνο τι δηλώνει ότι παράγει ένας κτηνοτρόφος, αλλά και πού κατευθύνεται αυτή η ποσότητα και σε ποιο τελικό προϊόν καταλήγει.
Πώς θα εντοπίζονται οι «μαϊμού» ελληνοποιήσεις
Το βασικό όπλο θα είναι η αντιστοίχιση εισροών και εκροών.
Παράδειγμα: μια γαλακτοβιομηχανία δηλώνει ότι αγόρασε 100 τόνους ελληνικού γάλακτος. Από αυτούς τους 100 τόνους μπορούν, βάσει συγκεκριμένων τεχνικών συντελεστών, να παραχθούν συγκεκριμένες ποσότητες γιαουρτιού, τυριού ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων.
Εάν η επιχείρηση εμφανίσει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων ως ελληνική, η απόκλιση θα μπορεί να εντοπίζεται ηλεκτρονικά.
Η ίδια φιλοσοφία μπορεί να εφαρμοστεί και στο κρέας, όπου η πραγματική προέλευση του ζώου και του προϊόντος αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο δύσκολα πεδία ελέγχου.
Στο μικροσκόπιο και η σκόνη γάλακτος
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στις εισαγόμενες πρώτες ύλες, όπως η σκόνη γάλακτος.
Το ενδιαφέρον δεν είναι τυχαίο.
Σε μια αγορά όπου η εγχώρια παραγωγή υποχωρεί και η ζήτηση παραμένει υψηλή, οι ελεγκτικές αρχές θέλουν να γνωρίζουν με σαφήνεια ποιες ποσότητες εισάγονται, από ποιους χρησιμοποιούνται και σε ποια τελικά προϊόντα καταλήγουν.
Το ζητούμενο είναι ο καταναλωτής να γνωρίζει με ακρίβεια αν αγοράζει προϊόν που προέρχεται πράγματι από ελληνική πρώτη ύλη ή αν για την παραγωγή του χρησιμοποιήθηκαν εισαγόμενα συστατικά.
Το ίδιο μοντέλο και στο κρέας
Η μάχη κατά των ελληνοποιήσεων δεν περιορίζεται στα γαλακτοκομικά.
Ανάλογο σύστημα εξετάζεται και για το κρέας, όπου η ανάγκη για ιχνηλασιμότητα είναι ακόμη μεγαλύτερη εξαιτίας της υψηλής εξάρτησης της ελληνικής αγοράς από εισαγωγές.
Το κρίσιμο σημείο είναι να μπορεί να αποδεικνύεται ηλεκτρονικά η πραγματική χώρα προέλευσης και να αποκλείεται η δυνατότητα ένα εισαγόμενο προϊόν να αποκτά, μέσα από τη διαδρομή μεταποίησης ή εμπορίας, «ελληνική ταυτότητα».
Ψηφιακός έλεγχος και στα ίδια τα ζώα
Παράλληλα, η ψηφιοποίηση της κτηνοτροφίας επεκτείνεται και στην ίδια την παρακολούθηση του ζωικού κεφαλαίου.
Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και ΑΑΔΕ έχουν ήδη ανακοινώσει πιλοτικό ψηφιακό σύστημα ιχνηλάτησης αιγοπροβάτων με ηλεκτρονικούς βώλους, με στόχο την ακριβέστερη καταγραφή των ζώων και της παραγωγικής δραστηριότητας.
Η κατεύθυνση είναι σαφής: όλο και λιγότερα στοιχεία θα βασίζονται αποκλειστικά σε χειρόγραφες δηλώσεις και όλο και περισσότερα θα διασταυρώνονται ηλεκτρονικά.
Η μεγάλη πίεση στο πρόβειο γάλα
Το νέο πλαίσιο έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται ήδη υπό πίεση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται φορείς του κλάδου, η παραγωγή πρόβειου γάλακτος έχει μειωθεί, την ώρα που η ζήτηση παραμένει ισχυρή.
Η μείωση της διαθέσιμης πρώτης ύλης έχει ήδη οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές παραγωγού και αυξάνει το κόστος παραγωγής προϊόντων όπως η φέτα.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ακριβώς επειδή όσο στενεύει η εγχώρια προσφορά, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να δημιουργηθούν κίνητρα για αθέμιτες πρακτικές στην αγορά.
Τι σημαίνει για τη φέτα
Η φέτα αποτελεί ίσως το πιο ευαίσθητο προϊόν αυτής της συζήτησης.
Η προστασία της ονομασίας προέλευσης προϋποθέτει αυστηρούς κανόνες ως προς την πρώτη ύλη και την παραγωγική διαδικασία.
Γι’ αυτό η δυνατότητα ηλεκτρονικής διασταύρωσης των ποσοτήτων γάλακτος που μπαίνουν σε μια μονάδα με τις ποσότητες φέτας που βγαίνουν στην αγορά μπορεί να εξελιχθεί σε ιδιαίτερα ισχυρό ελεγκτικό εργαλείο.
Έρχεται ένα «ψηφιακό αποτύπωμα» για κάθε προϊόν
Ο στόχος του σχεδιασμού είναι ουσιαστικά να μη μένει καμία ποσότητα εκτός του συστήματος.
Από το ζώο και την παραγωγή γάλακτος, μέχρι το δελτίο αποστολής, τη βιομηχανία και το ράφι του σούπερ μάρκετ, κάθε βήμα θα πρέπει να αφήνει ηλεκτρονικό αποτύπωμα.
Και αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή.
Οι ελληνοποιήσεις, που μέχρι σήμερα πολλές φορές απαιτούσαν μακροχρόνιους ελέγχους και σύνθετες διασταυρώσεις, επιχειρείται πλέον να εντοπίζονται αυτόματα μέσα από τις αποκλίσεις των ίδιων των δεδομένων.
Το στοίχημα είναι το ηλεκτρονικό δίχτυ να γίνει τόσο πυκνό, ώστε ένα εισαγόμενο προϊόν να μην μπορεί εύκολα να «βαφτίζεται» ελληνικό στην πορεία από την παραγωγή έως το ράφι.





