Ρεύμα: Έρχεται ακριβός Οκτώβριος – Άλμα 18,4% στη χονδρεμπορική και πίεση στα πράσινα τιμολόγια

Οι προμηθευτές ανακοινώνουν την Πέμπτη τις νέες χρεώσεις – Στα 157,92 ευρώ/MWh η μέση τιμή του Σεπτεμβρίου, στα 20,7 λεπτά/kWh ήδη τα πράσινα – Σχεδόν 2 εκατ. καταναλωτές έχουν στραφεί στα σταθερά τιμολόγια

Στην πιο δύσκολη δοκιμασία του φθινοπώρου μπαίνουν οι καταναλωτές ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς η μεγάλη άνοδος της χονδρεμπορικής αγοράς μέσα στον Σεπτέμβριο δημιουργεί ισχυρές πιέσεις στα πράσινα τιμολόγια του Οκτωβρίου.

Οι προμηθευτές αναμένεται να ανακοινώσουν την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου τις χρεώσεις του επόμενου μήνα, με την αγορά να αναμένει εάν οι εταιρείες θα απορροφήσουν για ακόμη μία φορά μέρος του αυξημένου κόστους ή εάν θα το μετακυλήσουν σε μεγαλύτερο βαθμό στους λογαριασμούς.

Η εικόνα του Σεπτεμβρίου δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας.

Η μέση τιμή της χονδρεμπορικής στις πρώτες 28 ημέρες του μήνα διαμορφώθηκε στα 157,92 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 133,4 ευρώ τον Αύγουστο, καταγράφοντας άνοδο 18,4%.

Σε σχέση με τον Ιούλιο, όταν η μέση τιμή είχε διαμορφωθεί στα 109,95 ευρώ/MWh, η αύξηση φθάνει το 43,6%.

Πάνω από τα 213 ευρώ/MWh η κορύφωση

Το σήμα κινδύνου έγινε ακόμη πιο έντονο την προηγούμενη εβδομάδα, όταν η ημερήσια μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ξεπέρασε τα 213 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο του 2026.

Η άνοδος ήρθε μάλιστα σε κρίσιμο χρονικό σημείο για τη διαμόρφωση των κυμαινόμενων χρεώσεων του Οκτωβρίου, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια που έχουν οι εταιρείες να απορροφήσουν τις ανατιμήσεις.

Για σήμερα, Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου, καταγράφεται αποκλιμάκωση κοντά στα 122 ευρώ/MWh, καθώς οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καλύπτουν περίπου το 64,21% του ενεργειακού μείγματος και το φυσικό αέριο περιορίζεται στο 19%.

Η πτώση αυτή προσφέρει μια πρόσκαιρη ανάσα, χωρίς όμως να αλλάζει τη συνολική εικόνα του μήνα.

Στα 20,7 λεπτά ήδη το μέσο πράσινο τιμολόγιο

Η μεγάλη ερώτηση είναι πλέον πόσο από την άνοδο του χονδρεμπορικού κόστους θα φτάσει τελικά στους καταναλωτές.

Τον Σεπτέμβριο οι μεγάλοι πάροχοι είχαν επιλέξει να απορροφήσουν μέρος της προηγούμενης αύξησης, με αποτέλεσμα η μέση χρέωση των πράσινων τιμολογίων να ενισχυθεί περίπου κατά 7%.

Η νέα όμως αύξηση της χονδρεμπορικής κατά 18,4% περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα να επαναληφθεί η ίδια πολιτική.

Η μέση χρέωση στα πράσινα τιμολόγια βρίσκεται ήδη περίπου στα 20,7 λεπτά ανά κιλοβατώρα.

Εάν οι προμηθευτές μετακυλήσουν μεγαλύτερο μέρος του αυξημένου κόστους, οι τιμές του Οκτωβρίου ενδέχεται να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.

Ιδιαίτερη πίεση δέχονται οι εταιρείες που τον Σεπτέμβριο είχαν κρατήσει τα τιμολόγιά τους ακόμη και κάτω από τα 17 λεπτά/kWh.

Οι αποφάσεις τους θα δείξουν εάν θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν επιθετική εμπορική πολιτική ή εάν θα ακολουθήσουν τη γενικότερη ανοδική τάση.

Χωρίς οριζόντια επιδότηση μέχρι στιγμής

Μέχρι σήμερα η κυβέρνηση δεν δείχνει να προσανατολίζεται σε νέα οριζόντια επιδότηση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος.

Η έμφαση δίνεται περισσότερο στις διαθέσιμες σταθερές επιλογές της αγοράς, οι οποίες προσφέρουν προστασία από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής.

Ωστόσο και σε αυτή την αγορά υπάρχουν όρια.

Η ανάγκη των προμηθευτών να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο των μελλοντικών τιμών σημαίνει ότι οι ιδιαίτερα χαμηλές προσφορές δεν μπορούν να παραμένουν διαθέσιμες επ’ αόριστον.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σταθερό προϊόν της ΔΕΗ με χρέωση 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, το οποίο, σύμφωνα με τα δεδομένα της αγοράς, είναι διαθέσιμο έως τα τέλη Οκτωβρίου εφόσον δεν δοθεί νέα παράταση.

Σχεδόν 2 εκατομμύρια καταναλωτές στα μπλε

Η αβεβαιότητα στις κυμαινόμενες τιμές έχει προκαλέσει μεγάλη μετακίνηση προς τα μπλε, σταθερά τιμολόγια.

Υπολογίζεται ότι οι καταναλωτές με «κλειδωμένες» τιμές προσεγγίζουν πλέον τα 2 εκατομμύρια.

Ήδη τον Ιούνιο οι πελάτες στα μπλε τιμολόγια είχαν φτάσει τα 1,879 εκατομμύρια, δηλαδή περίπου το 32% της συνολικής πελατειακής βάσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Αντίθετα, στα πράσινα τιμολόγια εκτιμάται ότι παραμένουν περίπου 3 εκατομμύρια καταναλωτές.

Η ισορροπία αυτή όμως αλλάζει με ταχύτητα.

Όσο οι κυμαινόμενες χρεώσεις ανεβαίνουν, τόσο περισσότεροι καταναλωτές εξετάζουν την ασφάλεια μιας σταθερής τιμής, ακόμη και εάν η σύγκριση μεταξύ προϊόντων δεν είναι πάντα απλή λόγω διαφορετικών παγίων, εκπτώσεων συνέπειας και συμβατικών όρων.

Το μεγάλο δίλημμα των παρόχων

Για τις εταιρείες προμήθειας, ο Οκτώβριος δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα.

Από τη μία πλευρά πρέπει να αυξήσουν τις πράσινες χρεώσεις ώστε να αντανακλούν το υψηλότερο κόστος αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Από την άλλη, μια μεγάλη αύξηση μπορεί να επιταχύνει ακόμη περισσότερο τη φυγή πελατών προς τα σταθερά συμβόλαια.

Έτσι, ο ανταγωνισμός μεταφέρεται πλέον από το ποιος προσφέρει το χαμηλότερο κυμαινόμενο τιμολόγιο στο ποιος μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια τιμών για τον χειμώνα.

Νέα πίεση και στη βιομηχανία

Το αυξημένο ενεργειακό κόστος δεν αφορά μόνο τα νοικοκυριά.

Η συζήτηση για τη στήριξη της ενεργοβόρου βιομηχανίας επανέρχεται δυναμικά, καθώς οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι το πραγματικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά στην τιμή της Αγοράς Επόμενης Ημέρας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται και το κόστος εξισορρόπησης, δηλαδή η δαπάνη που απαιτείται για να διατηρείται σε ισορροπία το σύστημα ηλεκτρισμού όταν η πραγματική παραγωγή και κατανάλωση αποκλίνουν από τον προγραμματισμό.

Ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, υποστηρίζει ότι στη Βουλγαρία το συγκεκριμένο κόστος κινείται περίπου στα 3 ευρώ/MWh, ενώ στην Ελλάδα φθάνει τα 25 ευρώ/MWh και στις πρώτες δύο εβδομάδες του Σεπτεμβρίου είχε ξεπεράσει ακόμη και τα 35 ευρώ.

Από την κυβερνητική πλευρά, ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος έχει επισημάνει ότι η μέση χονδρεμπορική τιμή στην Ελλάδα για το 2026 διαμορφώνεται στα 106 ευρώ/MWh, έναντι 118 ευρώ στη Βουλγαρία και 126 ευρώ στη Ρουμανία.

Οι ΑΠΕ που χάνονται και το στοίχημα της αποθήκευσης

Στη συζήτηση μπαίνει πλέον και η ενέργεια από Ανανεώσιμες Πηγές που περικόπτεται λόγω της περιορισμένης δυνατότητας αποθήκευσης.

Σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, περισσότερες από 3 TWh παραγωγής ΑΠΕ χάνονται μέσω περικοπών.

Η δυνατότητα αποθήκευσης αυτής της ενέργειας και μεταφοράς της στις ώρες αυξημένης ζήτησης θα μπορούσε να περιορίσει τη λειτουργία μονάδων φυσικού αερίου, τις εισαγωγές καυσίμων και τις εκπομπές.