Με φρέσκα χρέη ύψους 9,86 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο «φούσκωσε» η δεξαμενή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Εφορία, με το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος να έχει φθάσει τα 109,77 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουλίου. Από το ποσό αυτό, 30,5 δισ. ευρώ έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης, με αποτέλεσμα το πραγματικό ληξιπρόθεσμο χρέος να διαμορφώνεται σε 79,27 δισ. ευρώ.
Την ίδια ώρα, μόλις 5,31 δισ. ευρώ του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους βρίσκονται σε ρύθμιση, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι τα χαμηλότερα ποσοστά ρύθμισης καταγράφονται στις πολύ μεγάλες οφειλές ενώ μεγαλύτερη ανταπόκριση στις ρυθμίσεις εμφανίζουν οι οφειλέτες με χρέη από 500 έως 10.000 ευρώ.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό έρχεται η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων για παλαιές οφειλές που δημιουργήθηκαν έως το τέλος του 2024 με στόχο να μπουν ξανά σε τροχιά πληρωμών οφειλέτες οι οποίοι σήμερα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ για το τέλος Ιουλίου 2026, όπως αποτυπώνονται στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, δείχνουν πάντως ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους αλλά και η σύνθεσή του. Eννέα στους δέκα οφειλέτες χρωστούν έως 10.000 ευρώ, την ώρα που 10.452 μεγαλοοφειλέτες χρωστούν το 74% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Η ακτινογραφία των οφειλετών και των χρεών τους
Σύμφωνα με τα στοιχεία στο τέλος Ιουλίου 2026:
Το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος ανήλθε στα 109,77 δισ. ευρώ.
Οφειλές ύψους 30,5 δισ. ευρώ έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης. Στο ποσό αυτό εντάσσονται 5,51 δις. ευρώ που αφορούν κυρίως πρόστιμα του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τα οποία αφορούν έναν οφειλέτη και χαρακτηρίστηκαν ανεπίδεκτα είσπραξης τον Νοέμβριο του 2025.
Το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο ανέρχεται περίπου σε 79,27 δισ. ευρώ. Από αυτό, το 66,46%, ήτοι 52,69 δισ. ευρώ, προέρχεται από φορολογικές οφειλές.
Τα πρόστιμα αντιστοιχούν σε 17,31 δισ. ευρώ και ποσοστό 21,84%, ενώ οι μη φορολογικές οφειλές, όπως δάνεια, δικαστικά έξοδα και καταλογισμοί, φθάνουν τα 9,27 δισ. ευρώ ή το 11,70%.
Στις φορολογικές οφειλές κυριαρχεί ο ΦΠΑ, με 24,86 δισ. ευρώ και ποσοστό 47,18%. Ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος με 42,22%, ενώ οι φόροι περιουσίας περιορίζονται στα 2,76 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 5,23%.
Από τις φορολογικές οφειλές, τα 8,12 δισ. ευρώ προέρχονται από αφερέγγυους οφειλέτες, ενώ 18,45 δισ. ευρώ αφορούν δόσεις που έληξαν πριν από περισσότερο από μία δεκαετία. Έτσι, απομένουν 26,12 δισ. ευρώ, από τα οποία προκύπτει το 91,99% των εισπράξεων.
Μειώθηκαν οι οφειλέτες
– Καταγράφονται 3.985.112 οφειλέτες, κατά 16.682 λιγότεροι σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παρά την ετήσια μείωση, μέσα σε έναν μήνα ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 129.337, κυρίως λόγω της λήξης της πρώτης δόσης του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και της δημιουργίας νέων οφειλών από φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ.
– Το 89,77% των οφειλετών χρωστά έως 10.000 ευρώ, αλλά αντιπροσωπεύει μόλις το 3,57% του συνολικού χρέους. Αντίθετα, μόλις το 0,26% των οφειλετών, δηλαδή όσοι χρωστούν πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ, συγκεντρώνει το 74,36% του υπολοίπου.
– Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται και μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων. Τα φυσικά πρόσωπα οφείλουν 43,65 δισ. ευρώ, δηλαδή το 39,76% του συνόλου, ενώ τα νομικά πρόσωπα 66,12 δισ. ευρώ ή το 60,24%.
– Στις χαμηλές κατηγορίες οφειλών κυριαρχούν τα φυσικά πρόσωπα, ενώ στα χρέη άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ τα νομικά πρόσωπα κατέχουν το 68,28% των οφειλών.
– Οι οφειλές έως 500 ευρώ παρέμειναν σχεδόν σταθερές, ενώ στην κατηγορία από 500 έως 10.000 ευρώ αυξήθηκαν κατά 41,9 εκατ. ευρώ.
– Πολύ εντονότερη ήταν η επιβάρυνση στις οφειλές από 10.000 έως 100.000 ευρώ, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 612,3 εκατ. ευρώ. Στην κλίμακα από 100.000 έως ένα εκατομμύριο ευρώ, η αύξηση έφθασε το 1,01 δισ. ευρώ.
– Αντίθετα, οι συνολικές οφειλές άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ μειώθηκαν κατά 3,72 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή επηρεάστηκε από τον χαρακτηρισμό μεγάλων ποσών ως ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και από σχετικές διαγραφές χρεών.
Ποιοι ρυθμίζουν τα χρέη τους
Μόλις το 6,70% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου βρίσκεται σε ρύθμιση, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 5,31 δισ. ευρώ.
Το υψηλότερο ποσοστό των συνολικών ρυθμισμένων οφειλών (18,44%) εντοπίζεται στο εύρος από 10.001 έως 100.000 ευρώ, ενώ εντός αυτού του εύρους το ποσοστό των ρυθμισμένων οφειλών αγγίζει το 19,82% για ποσά από 20.001 έως 50.000 ευρώ.
Ωστόσο, τα ποσοστά διαφέρουν μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων. Συγκεκριμένα, το υψηλότερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών φυσικών προσώπων εντοπίζεται μεταξύ 500 και 10.000 ευρώ (16,63%) και αγγίζει το 19,48% για ποσά από 2.000 έως 3.000 ευρώ. Αντίθετα, τα νομικά πρόσωπα ρυθμίζουν σε υψηλότερο ποσοστό (25,70%) οφειλές που ανήκουν στο εύρος από 10.001 έως 100.000 ευρώ, ενώ το ποσοστό αυτό φτάνει στο 27,15% στην κατηγορία από 10.001 έως 20.000 ευρώ. Χαμηλά ποσοστά ρύθμισης οφειλών διαπιστώνονται τόσο σε χαμηλά ποσά οφειλής (ιδιαίτερα κάτω των 500 ευρώ), όσο και σε υψηλά ποσά οφειλής (άνω των 50.000 ευρώ για φυσικά πρόσωπα και άνω των 300.000 ευρώ για νομικά πρόσωπα).






