Αντίστροφη μέτρηση για το κυβερνητικό πακέτο στήριξης της βιομηχανίας απέναντι στο υψηλό ενεργειακό κόστος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να δώσει απόψε, από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ, το πολιτικό σήμα για τις νέες επιδοτήσεις, με αναδρομική ισχύ και διαφορετικούς όρους για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους μεγάλους ενεργοβόρους ομίλους.
Σε τροχιά οριστικών αποφάσεων μπαίνει το σχέδιο της κυβέρνησης για τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική βιομηχανία, με ένα νέο πακέτο ενισχύσεων που εκτιμάται ότι θα κινηθεί κοντά στα 100 εκατ. ευρώ.
Το ενδιαφέρον στρέφεται στη σημερινή, Τρίτη 6 Οκτωβρίου, γενική συνέλευση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), όπου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να τοποθετηθεί για ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εγχώρια παραγωγή: το αυξημένο κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι ο κυβερνητικός σχεδιασμός έχει πλέον ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό και απομένουν οι τελικές αποφάσεις για το ύψος των επιδοτήσεων, τις επιχειρήσεις που θα ενταχθούν και το χρονικό διάστημα που θα καλύψει η οικονομική ενίσχυση.
Το βασικό στοιχείο της παρέμβασης είναι ότι δεν θα αντιμετωπιστούν όλες οι βιομηχανίες με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα, εξετάζονται δύο διαφορετικές κατηγορίες δικαιούχων, με βασικό κριτήριο αν οι επιχειρήσεις λαμβάνουν ήδη αντιστάθμιση για το έμμεσο κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Γιατί η κυβέρνηση επιταχύνει τις αποφάσεις
Η νέα άνοδος των τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχει εντείνει την πίεση προς την κυβέρνηση για άμεσες παρεμβάσεις.
Η εικόνα της αγοράς άλλαξε αισθητά τους τελευταίους μήνες. Ενώ προηγουμένως οι χονδρεμπορικές τιμές κινούνταν κοντά στα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τον Σεπτέμβριο καταγράφηκαν επίπεδα που ξεπέρασαν τα 150 ευρώ.
Για τις παραγωγικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα εκείνες που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, η αύξηση αυτή μεταφράζεται σε σημαντική επιβάρυνση του λειτουργικού κόστους.
Παράλληλα, δημιουργεί νέες δυσκολίες στον ανταγωνισμό με ευρωπαϊκές βιομηχανίες που επωφελούνται από διαφορετικά καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων.
Στόχος της κυβέρνησης είναι να περιοριστεί αυτή η επιβάρυνση χωρίς να ξεπεραστούν τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια.
Το πακέτο των 100 εκατ. ευρώ και οι προηγούμενες ενισχύσεις
Το νέο πρόγραμμα, εφόσον οριστικοποιηθεί στο ύψος που εξετάζεται, θα προστεθεί στις παρεμβάσεις συνολικού ύψους 150 εκατ. ευρώ που έχουν ήδη ανακοινωθεί για τη βιομηχανία.
Από αυτές, 75 εκατ. ευρώ αφορούν την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους εκπομπών CO₂, 25 εκατ. ευρώ τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας και 50 εκατ. ευρώ την αποθήκευση ενέργειας.
Έτσι, το συνολικό ύψος των ανακοινωμένων και σχεδιαζόμενων παρεμβάσεων θα μπορούσε να φτάσει τα 250 εκατ. ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκριθεί το νέο πακέτο των 100 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για ενιαία επιδότηση που θα κατανεμηθεί οριζόντια σε όλες τις επιχειρήσεις. Κάθε μέτρο έχει διαφορετικούς δικαιούχους, προϋποθέσεις και περιορισμούς.
Πώς θα υπολογίζεται η επιδότηση στο βιομηχανικό ρεύμα
Το κυβερνητικό σχέδιο βασίζεται στις δυνατότητες που προσφέρει το ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων CISAF για την καθαρή βιομηχανία, σε συνδυασμό με το προσωρινό πλαίσιο METSAF, το οποίο συνδέεται με τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Με βάση τους γενικούς κανόνες του CISAF, η επιδότηση μπορεί να οδηγήσει σε μείωση έως 50% της μέσης ετήσιας χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά μόνο για συγκεκριμένο τμήμα της κατανάλωσης.
Το επιλέξιμο τμήμα δεν μπορεί να ξεπερνά το 50% της ετήσιας ηλεκτρικής κατανάλωσης μιας επιχείρησης.
Για παράδειγμα, μια βιομηχανική μονάδα που καταναλώνει 100 μεγαβατώρες ετησίως μπορεί να λάβει ενίσχυση για έως 50 μεγαβατώρες, εφόσον πληροί τις υπόλοιπες προϋποθέσεις.
Υπάρχει, επίσης, κατώτατο όριο τιμής, καθώς η ενίσχυση δεν μπορεί να μειώσει την τιμή της επιδοτούμενης ποσότητας κάτω από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Το METSAF διευρύνει τις δυνατότητες παρέμβασης, επιτρέποντας υπό προϋποθέσεις αυξημένη κάλυψη έως 70%.
Το 70% αποτελεί ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό και όχι εγγυημένη επιδότηση για κάθε δικαιούχο. Το πραγματικό ποσό θα εξαρτηθεί από την τελική μορφή του ελληνικού προγράμματος.
Μικρομεσαίες βιομηχανίες: Στο τραπέζι ενισχύσεις από τον Ιανουάριο
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις μικρότερες και μεσαίες βιομηχανικές επιχειρήσεις που δεν καλύπτονται σήμερα από τον μηχανισμό αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους CO₂.
Για αυτές εξετάζεται η δυνατότητα αναδρομικής επιδότησης από την 1η Ιανουαρίου 2026, γεγονός που θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική οικονομική ανακούφιση.
Το σχέδιο προβλέπει την αξιοποίηση των βασικών κανόνων του CISAF για τους πρώτους μήνες του έτους, έως περίπου τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο, και στη συνέχεια την εφαρμογή των αυξημένων δυνατοτήτων του METSAF μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου.
Η συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνει εκατοντάδες βιομηχανικές μονάδες, με συνολική ετήσια κατανάλωση που εκτιμάται μεταξύ 1 και 1,5 τεραβατώρας.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), η περίμετρος των δυνητικών δικαιούχων αντιστοιχεί περίπου σε 600 παροχές ηλεκτρικής ενέργειας, αν και οι κυβερνητικές εκτιμήσεις εμφανίζονται συγκρατημένες ως προς τον τελικό αριθμό.
Το αίτημα για ουσιαστική μείωση του ενεργειακού κόστους έχει τεθεί επανειλημμένα από την παραγωγική οικονομία, με πρόσφατη κοινή παρέμβαση 16 βιομηχανικών συνδέσμων και φορέων.
Μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες: Διαφορετικό χρονοδιάγραμμα
Άλλο μοντέλο ενίσχυσης εξετάζεται για τις μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη εισπράττουν αντιστάθμιση για το κόστος των εκπομπών CO₂.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νέα επιδότηση προσανατολίζεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 και ειδικότερα στην περίοδο από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο.
Πρόκειται για περίπου 70 μετρητές ηλεκτρικής ενέργειας, που αντιστοιχούν σε ετήσια κατανάλωση της τάξεως των 6,5 έως 7 τεραβατωρών.
Η συγκεκριμένη ομάδα συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα.
Ωστόσο, η ενίσχυσή της εμφανίζει μεγαλύτερη πολυπλοκότητα, καθώς πρέπει να συνδυαστεί με τα ποσά που ήδη καταβάλλονται μέσω της αντιστάθμισης.
Οι δύο μορφές κρατικής ενίσχυσης δεν μπορούν να αθροίζονται χωρίς περιορισμούς, καθώς ισχύουν συγκεκριμένοι ευρωπαϊκοί κανόνες για τη σώρευση των επιδοτήσεων.
Αυτό σημαίνει ότι το τελικό οικονομικό όφελος κάθε μεγάλης βιομηχανίας θα προκύψει από τον συνδυασμό της υφιστάμενης στήριξης και του νέου προγράμματος.
Επιδότηση με αντάλλαγμα επενδύσεις στην ενέργεια
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν περιορίζεται στη χορήγηση χρημάτων για την κάλυψη των αυξημένων λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος.
Συνδέει τη βραχυπρόθεσμη οικονομική στήριξη με επενδύσεις που μπορούν να περιορίσουν το ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων σε βάθος χρόνου.
Ειδικότερα, το CISAF προβλέπει ότι τουλάχιστον το 50% της ενίσχυσης πρέπει να κατευθυνθεί σε επιλέξιμες επενδυτικές παρεμβάσεις.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, η αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η ανάπτυξη μηχανισμών ευέλικτης κατανάλωσης.
Η πρόσθετη δυνατότητα επιδότησης μέσω του METSAF δεν συνεπάγεται αντίστοιχη αύξηση των επενδυτικών υποχρεώσεων.
Με αυτόν τον τρόπο, η κυβερνητική παρέμβαση επιδιώκει να λειτουργήσει όχι μόνο ως προσωρινό ανάχωμα απέναντι στην ακρίβεια, αλλά και ως εργαλείο σταδιακής ενεργειακής αναβάθμισης της παραγωγής.
Πότε θα φτάσουν τα χρήματα στις επιχειρήσεις
Παρά την αισιοδοξία που επικρατεί για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, η ανακοίνωση των μέτρων δεν συνεπάγεται άμεση καταβολή των επιδοτήσεων.
Το ελληνικό πρόγραμμα θα πρέπει να εξειδικευτεί και να λάβει τις αναγκαίες εγκρίσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθήσουν οι διαδικασίες εφαρμογής και προσδιορισμού των δικαιούχων.
Επομένως, η πραγματική οικονομική ενίσχυση ενδέχεται να φτάσει στις επιχειρήσεις έπειτα από μερικούς μήνες.
Για τη βιομηχανία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο το ύψος του πακέτου, αλλά και η ταχύτητα υλοποίησης, καθώς οι αυξημένοι λογαριασμοί επηρεάζουν ήδη τη ρευστότητα και τον προγραμματισμό της παραγωγής.
Η αποψινή παρέμβαση του πρωθυπουργού στον ΣΕΒ αναμένεται να ξεκαθαρίσει την πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης. Η κρίσιμη συνέχεια θα είναι η οριστικοποίηση των ποσών, των δικαιούχων και των όρων που θα καθορίσουν ποιοι τελικά θα ωφεληθούν από το νέο δίχτυ προστασίας για το βιομηχανικό ρεύμα.








