Ενεργειακή ασπίδα 95 εκατ. ευρώ για τη βιομηχανία – Πώς θα δοθούν οι ενισχύσεις

«Ανάσα» έως 25 ευρώ ανά μεγαβατώρα για τις επιχειρήσεις – Ποιοι μπαίνουν στο πακέτο, ποιοι παίρνουν αναδρομικά από την αρχή του 2026 και γιατί οι πληρωμές μεταφέρονται στο 2027

Μια ενεργειακή «ασπίδα» ύψους 95 εκατ. ευρώ επιχειρεί να στήσει η κυβέρνηση γύρω από την ελληνική βιομηχανία, καθώς το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας επιστρέφει στην πρώτη γραμμή των προβλημάτων για την παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα.

Το νέο πακέτο στήριξης, που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ, υπολογίζεται ότι μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του ενεργειακού κόστους κατά περίπου 20 έως 25 ευρώ ανά μεγαβατώρα για τις επιλέξιμες επιχειρήσεις.

Το ποσό δεν αποτελεί ακόμη μία ενιαία επιδότηση που θα δοθεί οριζόντια σε όλους. Το πραγματικό όφελος θα εξαρτηθεί από την κατανάλωση κάθε βιομηχανίας, την κατηγορία στην οποία εντάσσεται, την περίοδο που θα καλυφθεί αναδρομικά αλλά και τους τελικούς όρους του μηχανισμού.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι για πρώτη φορά το νέο σχήμα επιχειρεί να καλύψει ταυτόχρονα τόσο τις βιομηχανίες που βρίσκονται ήδη μέσα στον μηχανισμό αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους των δικαιωμάτων CO₂ όσο και επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα έμεναν εκτός.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία βρίσκονται και σημαντικοί κλάδοι της παραγωγής με υψηλές ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας.

Τσιμέντα, τρόφιμα, χαρτί και πλαστικά βρίσκονται μεταξύ των κλάδων που αναμένεται να επωφεληθούν από το νέο σχήμα, σε μια περίοδο κατά την οποία η επιδείνωση του διεθνούς ενεργειακού περιβάλλοντος αυξάνει ξανά την πίεση στο κόστος παραγωγής.

Τα 63 εκατ. ευρώ και τα 32 εκατ. ευρώ

Η πρώτη εικόνα για τη μοιρασιά του πακέτου προβλέπει ότι περίπου τα δύο τρίτα των 95 εκατ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν 63 εκατ. ευρώ, θα κατευθυνθούν προς τις ενεργοβόρες βιομηχανίες που βρίσκονται ήδη εντός του μηχανισμού αντιστάθμισης.

Το υπόλοιπο περίπου ένα τρίτο, δηλαδή σχεδόν 32 εκατ. ευρώ, προορίζεται για τις επιχειρήσεις που βρίσκονται εκτός αντιστάθμισης.

Η κατανομή αυτή παραμένει, πάντως, ενδεικτική μέχρι να παρουσιαστεί η πλήρης εξειδίκευση του μέτρου.

Κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η περίμετρος των δικαιούχων διευρύνεται ώστε να συμπεριλάβει βιομηχανίες που, παρά τη μεγάλη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, δεν αποζημιώνονται σήμερα μέσω του υφιστάμενου μηχανισμού για το έμμεσο κόστος CO₂.

Η αντιστάθμιση έχει σχεδιαστεί ώστε να καλύπτει μέρος του κόστους που προκύπτει από τα δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και μετακυλίεται από τους ηλεκτροπαραγωγούς στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο στόχος είναι διπλός: να προστατευτεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών βιομηχανιών και να περιοριστεί ο κίνδυνος μεταφοράς της παραγωγής εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου το ενεργειακό και περιβαλλοντικό κόστος μπορεί να είναι χαμηλότερο.

Ποιοι θα πάρουν αναδρομικά από την αρχή του 2026

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαφορετική αναδρομικότητα που σχεδιάζεται για τις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων.

Για τις βιομηχανίες που βρίσκονται εκτός αντιστάθμισης, ο σχεδιασμός προβλέπει ότι η επιδότηση μπορεί να καλύψει αναδρομικά ολόκληρο το 2026.

Πρόκειται για μία μεγάλη ομάδα βιομηχανικών καταναλωτών, με συνολική ετήσια κατανάλωση που εκτιμάται περίπου στις 1 έως 1,5 τεραβατώρες. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΒΙΚΕΝ, στην κατηγορία αυτή αντιστοιχούν περίπου 600 παροχές.

Διαφορετικό μοντέλο προβλέπεται για τις βιομηχανίες που βρίσκονται ήδη εντός του μηχανισμού αντιστάθμισης.

Εδώ η πρόσθετη ενίσχυση αναμένεται να καλύψει την περίοδο από τον Αύγουστο του 2026 και μετά.

Στην κατηγορία αυτή υπολογίζονται περίπου 70 μετρητές, οι οποίοι όμως αντιπροσωπεύουν πολύ μεγαλύτερη κατανάλωση, της τάξης των 6,5 έως 7 τεραβατωρών τον χρόνο.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δύο επιχειρήσεις με παρόμοιο ενεργειακό προφίλ δεν είναι απαραίτητο να λάβουν το ίδιο ποσό.

Η τελική ενίσχυση θα εξαρτηθεί από το πόση ενέργεια θεωρείται επιλέξιμη, από το διάστημα που καλύπτεται αναδρομικά και από τους περιορισμούς των ευρωπαϊκών κανόνων κρατικών ενισχύσεων.

Τι σημαίνει η επιδότηση των 20-25 ευρώ ανά μεγαβατώρα

Η εκτίμηση για ελάφρυνση 20 έως 25 ευρώ ανά μεγαβατώρα αποτελεί αυτή τη στιγμή έναν βασικό δείκτη για το μέγεθος της παρέμβασης.

Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι όλες οι επιχειρήσεις θα δουν αυτομάτως μείωση κατά 25 ευρώ σε κάθε μεγαβατώρα που καταναλώνουν.

Το τελικό ύψος της ενίσχυσης θα υπολογιστεί με βάση την επιλέξιμη κατανάλωση και τους κανόνες που θα ενσωματωθούν στον μηχανισμό.

Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει και το λεγόμενο floor price, δηλαδή το κατώφλι τιμής.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που βρίσκεται υπό επεξεργασία, το κατώφλι τοποθετείται περίπου στα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση εγγυάται βιομηχανικό ρεύμα στα 50 ευρώ/MWh.

Σημαίνει ότι, για το τμήμα της κατανάλωσης που θεωρείται επιλέξιμο, η κρατική ενίσχυση δεν μπορεί να οδηγήσει την υπολογιζόμενη τιμή κάτω από αυτό το επίπεδο.

Παράλληλα θα υπάρχει ανώτατο όριο στη συνολική ενίσχυση, καθώς τα 95 εκατ. ευρώ αποτελούν τον δημοσιονομικό «κουμπαρά» του προγράμματος.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περίπτωση που οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξευθούν εκ νέου στη διάρκεια του χειμώνα: το συνολικό διαθέσιμο ποσό δεν προβλέπεται να αυξάνεται αυτόματα ανάλογα με την πορεία της αγοράς.

CISAF και METSAF: Τα δύο «όπλα» από τις Βρυξέλλες

Για να εφαρμοστεί το μέτρο, η Ελλάδα σκοπεύει να αξιοποιήσει δύο ευρωπαϊκά πλαίσια κρατικών ενισχύσεων, το CISAF και το METSAF.

Το CISAF αποτελεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο στήριξης της καθαρής βιομηχανίας και δίνει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να ενισχύουν, υπό όρους, ενεργοβόρες επιχειρήσεις για μέρος του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο μηχανισμός μπορεί να επιτρέψει μείωση που αντιστοιχεί έως και στο 50% της μέσης ετήσιας χονδρεμπορικής τιμής, για συγκεκριμένο ποσοστό της ετήσιας κατανάλωσης του δικαιούχου.

Το METSAF, που συνδέεται με τις έκτακτες επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή, διευρύνει τα διαθέσιμα περιθώρια και μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ανεβάσει το ανώτατο ποσοστό στήριξης έως το 70% της μέσης ετήσιας χονδρεμπορικής τιμής για την επιλέξιμη κατανάλωση.

Η ουσία, πάντως, είναι ότι αυτά τα εργαλεία δεν σημαίνουν ευρωπαϊκό χρήμα που εισρέει αυτόματα στην Ελλάδα.

Αποτελούν το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η χώρα μπορεί να χρησιμοποιήσει εθνικούς πόρους για να επιδοτήσει τη βιομηχανία, χωρίς να παραβιάζει τους ευρωπαϊκούς κανόνες ανταγωνισμού.

Γιατί τα χρήματα αναμένονται το 2027

Παρότι η ενίσχυση αφορά καταναλώσεις του 2026, οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να περιμένουν άμεση πίστωση των ποσών.

Το ελληνικό σχέδιο θα πρέπει να περάσει από τις απαραίτητες διαδικασίες και εγκρίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Για τον λόγο αυτό, εκτιμήσεις της αγοράς τοποθετούν τις πραγματικές πληρωμές μέσα στο 2027, ακόμη κι αν το επιλέξιμο ενεργειακό κόστος αφορά τη φετινή χρονιά.

Οι ελληνικές αρχές έχουν ήδη ξεκινήσει επαφές με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το σχέδιο δεν καταρτίζεται από μηδενική βάση.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, λαμβάνεται υπόψη η εμπειρία αντίστοιχων μηχανισμών που εφαρμόζονται ή έχουν εγκριθεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με τις βασικές διαφορές να εντοπίζονται κυρίως στα πλαφόν των ενισχύσεων και στον τρόπο υπολογισμού της τιμής αναφοράς.

Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική παραγωγή

Η ενεργειακή εξίσωση έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες που καθορίζουν τη θέση της ελληνικής βιομηχανίας απέναντι στον ευρωπαϊκό και διεθνή ανταγωνισμό.

Για βιομηχανίες που χρησιμοποιούν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και μία μεταβολή λίγων ευρώ ανά μεγαβατώρα μπορεί να μεταφραστεί σε εκατοντάδες χιλιάδες ή ακόμη και εκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Γι’ αυτό και η διαφορά των 20-25 ευρώ/MWh που επιδιώκει να δημιουργήσει το νέο πακέτο δεν είναι αμελητέα.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα αποδειχθεί αρκετή σε περίπτωση που η Ευρώπη βρεθεί αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο ακραίων ενεργειακών τιμών.

Η ΕΒΙΚΕΝ, η οποία εκπροσωπεί μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες από τον χώρο του τσιμέντου, του χάλυβα, των μη σιδηρούχων μετάλλων, του χαρτιού και των λιπασμάτων, αντιμετωπίζει θετικά την κυβερνητική πρωτοβουλία, περιμένοντας όμως την πλήρη εξειδίκευση των κριτηρίων.

Για τη βιομηχανία, το ζητούμενο δεν περιορίζεται σε μια πρόσκαιρη επιδότηση.

Η μεγάλη μάχη είναι η μόνιμη σύγκλιση του ενεργειακού κόστους της ελληνικής παραγωγής με εκείνο των ανταγωνιστών της στην υπόλοιπη Ευρώπη, ώστε επιχειρήσεις, επενδύσεις και θέσεις εργασίας να μη βρεθούν παγιδευμένες σε ένα μόνιμο μειονέκτημα κόστους.

Τα 95 εκατ. ευρώ αποτελούν έτσι ένα πρώτο ανάχωμα απέναντι στον δύσκολο ενεργειακό χειμώνα. Η πραγματική αποτελεσματικότητα του μέτρου, όμως, θα κριθεί από τρία πράγματα: πόσες επιχειρήσεις τελικά θα μπουν, πόση κατανάλωση θα επιδοτηθεί και πόσο γρήγορα θα φτάσει η ενίσχυση στα ταμεία της ελληνικής βιομηχανίας.