Οι τριβές στις σχέσεις Πεκίνου και Ουάσινγκτον ίσως αποτελέσουν τον λόγο που η Κίνα δεν θα δώσει νέες υποσχέσεις σχετικά με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, παρά τις διεθνείς πιέσεις που αυξάνονται επί του πρώτου παγκόσμιου ρυπαντή στην εκπομπή αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν αναμένεται να παρευρεθεί στη διάσκεψη COP27 για το Κλίμα στο Σαρμ ελ-Σέιχ, κάτι δεν θα κάνει ο Κινέζος ομόλογός του Σι Τζινπίνγκ.
Ωστόσο, η συνεργασία ανάμεσα στους δύο μεγαλύτερους παγκόσμιους ρυπαντές είναι κρίσιμης σημασίας για να υπάρξει πρόοδος στις 30ετείς διαπραγματεύσεις για το Κλίμα υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, που κατέληξαν στην ιστορική συμφωνία του Παρισιού το 2015.
Ομως οι διμερείς σχέσεις τους επιδεινώθηκαν μετά την επίσκεψη της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν τον Αύγουστο και την αμερικανική απαγόρευση πώλησης ηλεκτρονικών τσιπ αιχμής στην Κίνα. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα της COP27 είναι αβέβαια.
Ηδη, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν έθεσε την Ουάσινγκτον και το Πεκίνο προ των ευθυνών τους, καλώντας τες «να βρεθούν πραγματικά στο ραντεβού» για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Αλλωστε η Κίνα υπήρξε ένας από τους βασικούς παράγοντες της επίτευξης της Συμφωνίας του Παρισιού.
Στην COP27 ο ρόλος της Κίνας είναι εξαιρετικά σημαντικός, δεδομένου του μεγέθους του πληθυσμού της (1,4 δισ.) και της οικονομίας της, η οποία απαιτεί τεράστιες ποσότητες ενεργειακών πόρων.
Τα τελευταία χρόνια ο Σι Τζινπίνγκ έχει αναλάβει δύο σημαντικές δεσμεύσεις, σύμφωνα με τις οποίες η Κίνα θα φτάσει στην κορύφωση των εκπομπών CO2 μέχρι το 2030 και θα έχει επιτύχει την ουδετερότητα άνθρακα έως το 2060.
Τα μέτρα αυτά είναι καθοριστικά για την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού, δηλαδή τη διατήρηση της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη κάτω από το όριο των +2°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Με δεδομένες τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί μέχρι στιγμής, το όριο αυτό έχει ξεπεραστεί και η πίεση επί των μεγάλων ρυπαντών για να ενισχύσουν τις δεσμεύσεις τους αυξάνεται.
Σύμφωνα με τον Alden Meyer, αναλυτή του κέντρου E3G που ασχολείται με την κλιματική αλλαγή, η σινοαμερικανική συνεργασία ως προς τις εκπομπές μεθανίου ή την αποψίλωση των δασών είναι αποφασιστικής σημασίας. «Η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ενεργήσουν σύμφωνα με ό,τι υπαγορεύουν τα εθνικά τους συμφέροντα, αλλά πάντοτε ήταν σημαντικό για τις δύο χώρες να συντονίζουν τις θέσεις του σε στιγμές-κλειδιά» τόνισε ο αναλυτής. Όμως οι ελπίδες για νέες κινεζικές ανακοινώσεις κατά τη διάρκεια της COP27 παραμένουν περιορισμένες.
Εκθεση του υπουργείου Περιβάλλοντος που δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα επέμενε στην ανάγκη εκπλήρωσης των ανειλημμένων δεσμεύσεων πριν από τη διατύπωση νέων. Ο αρμόδιος για την κλιματική πολιτική της Κίνας Σιέ Τζενχουά, επέμεινε ως προς το σημείο αυτό την περασμένη εβδομάδα, καλώντας τις ανεπτυγμένες χώρες να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους για τη χορήγηση 100 δισ. δολαρίων προς τις φτωχές χώρες ως βοήθεια για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.
Η Κίνα πιέζεται επίσης να συγκεκριμενοποιήσει τα σχέδια περιορισμού των εκπομπών μεθανίου, του αερίου που προκαλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου, καθώς είναι παρόν στην ατμόσφαιρα σε ποσοστά μικρότερα από το CO2, αλλά οι επιπτώσεις του στην υπερθέρμανση της Γης είναι πολύ σημαντικότερες. Το μεθάνιο αντιπροσωπεύει περίπου το 10% των κινεζικών εκπομπών, ενώ οι εκπομπές του προέρχονται από την εξορυκτική βιομηχανία, τη γεωργία και τα απορρίμματα.
Τον περασμένο χρόνο, Πεκίνο και Ουάσινγκτον δήλωσαν ότι θα συνεργασθούν για να ελέγξουν τις εκπομπές τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη ανακοινώσει την πρόθεσή τους για μείωση κατά 30% των εκπομπών μεθανίου σε σχέση με τα επίπεδα του 2020 έως το τέλος της δεκαετίας, ενώ η Κίνα δεν έχει γνωστοποιήσει τα δικά της σχέδια. Άλλη ανησυχία που αφορά την Κίνα προέρχεται από το γεγονός ότι ο ασιατικός γίγαντας εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό για την ηλεκτρική ενέργεια από τον πολύ ρυπογόνο άνθρακα.
Παρά ταύτα, η Κίνα μπορεί να έχει αναλάβει μια σειρά από πολιτικές που συνεχίζουν να της εξασφαλίζουν θέση κινητήριας δύναμης στις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Αναπτύσσει πολύ δυναμικά τον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, προστατεύει όλο και περισσότερο τις ζώνες οικολογικού ενδιαφέροντος και απομακρύνει από τα μεγάλα αστικά κέντρα τα ρυπογόνα εργοστάσια για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα.








