Από το Greenwashing στο Greenhushing

Τον τελευταίο καιρό η συζήτηση για το ESG και τη βιωσιμότητα στις επιχειρήσεις έχει στραφεί από το Greenwashing, την προσπάθεια δηλαδή ορισμένων επιχειρήσεων να βαφτίσουν «πράσινα» και «οικολογικά» προϊόντα και υπηρεσίες που δεν πληρούν τα αντίστοιχα κριτήρια στο Greenhushing. Πρόκειται για μια στρατηγική κατά την οποία οι οργανισμοί επιλέγουν σκόπιμα να αποκρύψουν τα διαπιστευτήριά τους για τις πράσινες πολιτικές τους ή το ESG από τη δημόσια θέα για να αποφύγουν τον έλεγχο.

Οι επιχειρήσεις που καταφεύγουν σε Greenhushing επικαλούνται αρχές όπως είναι η διακριτικότητα και η ανάγκη για ουσιαστική δράση την οποία δεν πρέπει να «διαλαλούν». Ωστόσο, παραμένοντας ασαφείς, μπορεί να δίνουν την εντύπωση ότι είναι πιο πράσινες από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Η Blackrock και η HSBC έχουν κατηγορηθεί γι’ αυτό τους τελευταίους μήνες. Οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων υποβάθμισαν έναν αριθμό κεφαλαίων του άρθρου 9 – που επενδύονται αποκλειστικά σε βιώσιμα περιουσιακά στοιχεία – σε μια κατηγορία του Άρθρου 8: κεφάλαια που προωθούν περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς παράγοντες αλλά δεν χρειάζεται να στοχεύουν σε βιώσιμο αποτέλεσμα.

Η HSBC είπε ότι αυτό έγινε για να συμμορφωθεί με τα αυστηρότερα ρυθμιστικά πρότυπα της Ε.Ε. και ότι δεν θα άλλαζε τους στόχους ή τις πολιτικές των ταμείων. Ωστόσο, η Planet Tracker λέει ότι η κίνηση αυτή έγινε ενδεχομένως για να αποφευχθεί ο έλεγχος των επενδυτών.

Ωστόσο, υπάρχουν λόγοι για τους οποίους οι εταιρείες που έχουν γνήσια οικολογική νοοτροπία ενδέχεται να επιλέξουν να δηλώνουν επιλεκτικά τις πολιτικές που ακολουθούν για τη βιωσιμότητα όπως είναι για παράδειγμα ο φόβος μήπως αρχίσουν να υπάρχουν απαιτήσεις να δημοσιεύουν όλο και μεγαλύτερο όγκο δεδομένων, γεγονός που ασκεί πίεση στους πόρους για τις μικρότερες εταιρείες.

Άλλες φορές, οι εταιρείες μπορεί να θέλουν να δοκιμάσουν την πράσινη στρατηγική τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα πριν ανακοινώσουν τον αντίκτυπό τους. Αυτό μπορεί να τους προστατεύσει από τον έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών για το greenwashing ή των ρυθμιστικών προστίμων.

Και τέλος, υπάρχουν και οι επιχειρήσεις οι οποίες βασίζονται σε αμιγώς αγνά κίνητρα όσον αφορά στον τρόπο που επιλέγουν να επικοινωνούν τις πολιτικές ESG. Για παράδειγμα, μεγάλη ελληνική σοκολατοβιομηχανία στην Ελλάδα με μακρά ιστορία και γνωστή στην ευρύτερη περιοχή των εγκαταστάσεών της για τις πράξεις κοινωνικής υπευθυνότητας, εμφανιζόταν εδώ και δεκαετίες να υποστηρίζει ότι δεν θέλει να μιλάει δημοσίως για τις πράξεις κοινωνικής ευθύνης ή προστασίας του περιβάλλοντος, γιατί αυτές είναι πράξεις που «γεμίζουν» την εταιρεία και γίνονται για ουσιαστικό σκοπό και όχι για διαφήμιση.