Τα πρόστιμα για ψευδείς δηλώσεις οικολογικότητας και απόδοση πράσινων χαρακτηριστικών που δεν ισχύουν σε προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρουν πολλές επιχειρήσεις αυξάνονται ως αποτέλεσμα της φρενίτιδας που κατατρέχει τα τμήματα marketing κάποιων επιχειρήσεων να ικανοποιήσουν την κοινή γνώμη.
Για παράδειγμα, οι καταναλωτές στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν ολοένα και περισσότερο τους λιανοπωλητές και τους κατασκευαστές να ακολουθούν πιο πράσινες μεθόδους παραγωγής. Και παρ’ όλο που αρκετές επιχειρήσεις στοχεύουν σε πιο πράσινες πρακτικές, το Greenwashing καταγράφει ανοδική πορεία καθώς παραμένει η παγίδα του ανταγωνισμού και του γρήγορου (και επιφανειακού συχνά) πράσινου μετασχηματισμού των εταιρειών.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, και δεδομένου ότι όλο και περισσότεροι αγοραστές δίνουν προσοχή στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των αγαθών και των υπηρεσιών που αγοράζουν σε μια προσπάθεια να μειώσουν τον αντίκτυπό τους στον πλανήτη, παραπλανητικές πληροφορίες για τα πράσινα διαπιστευτήρια ορισμένων επιχειρήσεων οργιάζουν.
Οι αμφισβητούμενες δηλώσεις για τα πράσινα ζητήματα εντοπίζονται κυρίως στη συσκευασία και την προώθηση καταναλωτικών αγαθών όπως τα τρόφιμα. Η FTC κατέληξε στο συμπέρασμα το 2022 ότι ορισμένα προϊόντα που πωλήθηκαν από την Kohl’s και τη Walmart, τα οποία είχαν διατεθεί στο εμπόριο ως «κατασκευασμένα από μπαμπού», δεν περιείχαν στην πραγματικότητα κανένα μπαμπού. Στους λιανοπωλητές επιβλήθηκε πρόστιμο συνολικά 5,5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ακόμη ο μάρκετινγκ προϊόντων που περιέχουν διαφορετικά φυτικά έλαια είναι ένα hotspot για το greenwashing. Οι παραγωγοί χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τη φράση «χωρίς φοινικέλαιο» για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους ως «φιλικά προς το περιβάλλον». Σχετική έρευνα έρευνα δείχνει ότι ένας δυσανάλογα μεγάλος αριθμός ανθρώπων (41%) θεωρεί το φοινικέλαιο ως «μη φιλικό προς το περιβάλλον», σε σύγκριση με εκείνους που αισθάνονται το ίδιο για άλλα φυτικά έλαια. Δυστυχώς, αυτό το αρνητικό συναίσθημα (που τροφοδοτείται από μάρκες) δεν αντικατοπτρίζεται στην πραγματικότητα.
Ορισμένες εταιρείες μάλιστα φθάνουν στα άκρα. Μια αλυσίδα παντοπωλείων του Ηνωμένου Βασιλείου συνεργάστηκε με την Greenpeace για να δημιουργήσει μια τηλεοπτική διαφήμιση που απεικονίζει σε κινούμενα σχέδια έναν ουρακοτάγκο του οποίου ο βιότοπος στη ζούγκλα έχει καταστραφεί χάρη στην αποψίλωση των δασών, προκειμένου να προωθήσει το μποϊκοτάζ του φοινικέλαιου.
Από την άλλη, καθώς όλο και περισσότεροι αγοραστές απαιτούν από τις επιχειρήσεις κάνουν αλλαγές για την καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος, πολλές έχουν αρχίσει να το κάνουν. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που επιδίδονται σε «greenwashing» σε μια προσπάθεια να αποφύγουν την ευθύνη της παροχής βιώσιμων προϊόντων και υπηρεσιών στους πελάτες τους βλάπτουν τον ίδιο τον κορμό της εταιρείας.
Για να έχουν πραγματικό αντίκτυπο και να διαφυλάξουν τη μακροζωία των επιχειρηματικών μοντέλων τους, οι εταιρείες πρέπει να είναι πολύ πιο ειλικρινείς σχετικά με τις επιλογές που κάνουν σε όλη την παραγωγή και στις αλυσίδες εφοδιασμού τους, καθώς και με τις επιπτώσεις που έχουν αυτές οι επιλογές. Εάν συνεχιστεί η σημερινή άνοδος της περιβαλλοντικής συνείδησης, σύντομα θα είναι σχεδόν αδύνατο για κάποιες «γνωστές-άγνωστες» εταιρείες να καταφύγουν στο Greenwashing. Και αυτό, επειδή το Greenwashing μπορεί να φαίνεται σαν μια εξαιρετική βραχυπρόθεσμη λύση σε ορισμένες εταιρείες, αλλά δεν είναι επικερδές μακροπρόθεσμα.







