Πράσινη ανάπτυξη: Η βιομηχανία της μόδας χρειάζεται κάτι παραπάνω από εθελοντικές δεσμεύσεις

Η βιομηχανία της μόδας κάνει τα δικά της βήματα για να περάσει από τις εθελοντικές δεσμεύσεις στην επιβολή κανονισμών και δικλίδων ασφαλείας για το greenwashing που θα διέπουν την παραγωγή και το λιανεμπόριο ενδυμάτων.

Ο τομέας της ένδυσης ευθύνεται για το 2% έως 8% των ετήσιων παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Παρά το γεγονός ότι θεωρείται μία από τις πιο ρυπογόνες βιομηχανίες στον πλανήτη, μέχρι σήμερα, οι προσπάθειες μετάβασης σε μια πιο υπεύθυνη βιομηχανία είναι συχνά άτυπες και εθελοντικές. Οι μεγαλύτερες δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών έχουν ληφθεί από την πλευρά ορισμένων επωνυμιών (κυρίως μεγάλων και γνωστών), λιανοπωλητών και κατασκευαστών για τη δημιουργία θετικών αλλαγών σε ολόκληρο τον κλάδο. 

Οι εθελοντικές πρωτοβουλίες βοήθησαν να γίνουν πραγματικά βήματα προς τη βιωσιμότητα αλλά από μόνα τους δεν μπορούν να καταπολεμήσουν την κλιματική αλλαγή. 

 Η πρωτοβουλία, η Sustainable Apparel Coalition (SAC) αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας βιομηχανίας ένδυσης και υποδημάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, υπάρχουν επωνυμίες, έμποροι λιανικής και κατασκευαστές που ήδη κάνουν πολλά για να μειώσουν τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές τους επιπτώσεις αλλά πλέον η τάση αυτή πρέπει να γενικευθεί. 

Το ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελεί έναν κρίσιμο μοχλό για τη δημιουργία μιας βιομηχανίας ένδυσης και υποδημάτων που προστατεύει τόσο τους ανθρώπους όσο και τον πλανήτη. Αν και έχουν γίνει λίγα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, μέσα στο 2023 αναμένεται να χτιστεί παγκόσμια δυναμική για τον ευρύ έλεγχο των ισχυρισμών βιωσιμότητας των ενδυμάτων. 

Η Επιτροπή της Ε.Ε. πρότεινε πρόσφατα την πολυαναμενόμενη Ευρωπαϊκή Οδηγία για την τεκμηριωμένη πράσινη αξίωση, με στόχο την καταπολέμηση της παραπλανητικής διαφήμισης και την εξάλειψη του greenwashing. Θα απαιτήσει να τεκμηριώνονται όλοι οι περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί με αξιόπιστα στοιχεία. Και τέτοιες νομοθετικές πρωτοβουλίες λαμβάνονται και αλλού. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ένας ομοσπονδιακός νόμος για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο ένδυμα –ο νόμος FABRIC (Fashioning Accountability and Building Real Institutional Change Act)– είναι σε εξέλιξη. Ο νόμος για τη μόδα της Νέας Υόρκης είναι ένα άλλο προτεινόμενο νομοσχέδιο που απαιτεί από εταιρείες με έσοδα άνω των 100 εκατομμυρίων δολαρίων που δραστηριοποιούνται στην πολιτεία να αποκαλύπτουν τις περιβαλλοντικές επιδόσεις και τους κλιματικούς στόχους τους. 

Όμως, σύμφωνα με την SAC, η  πρόταση για την οδηγία της Ε.Ε. για τις τεκμηριωμένες πράσινες απαιτήσεις δεν επιβάλλει ένα ενιαίο, σαφώς καθορισμένο πλαίσιο που βασίζεται σε επιστημονικά θεμέλια, όπως το Product Environmental Footprint (PEF), το οποίο ανοίγει την πόρτα σε μια σειρά εναλλακτικών μεθοδολογιών και θα μπορούσε να υπονομεύσει παρά να προωθήσει την πρόοδο στον κλάδο. «Ανησυχούμε ότι η οδηγία θα δημιουργήσει σύγχυση στις επωνυμίες και τους λιανοπωλητές που θέλουν να προωθήσουν τα διαπιστευτήριά τους για βιωσιμότητα, οδηγώντας με τη σειρά της σε αύξηση της κακής επικοινωνίας με τους καταναλωτές. Επιπλέον, η οδηγία ανοίγει τις πόρτες σε διαφορετικές ερμηνείες από τα κράτη-μέλη, κάτι που κινδυνεύει να οδηγήσει σε μεγαλύτερο κατακερματισμό όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνουμε και επικοινωνούμε τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις στις χώρες της Ε.Ε. Σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης για το κλίμα, δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε τη σαφήνεια που χρειαζόμαστε για να προωθήσουμε τη μαζική αλλαγή των καταναλωτών. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα ακολουθηθεί μια συνεπής προσέγγιση παγκοσμίως» επισημαίνει σχετικά.