«Η Ε.Ε. κέρδισε τον “ενεργειακό πόλεμο” με τη Ρωσία, αλλά με κόστος»

Στη διαπίστωση ότι η Ε.Ε. κέρδισε τον «ενεργειακό πόλεμο» με τη Ρωσία, αλλά με υψηλό κόστος, και σήμερα καλείται να προετοιμαστεί για άλλον έναν γύρο ενεργειακών προκλήσεων, κατέληξε η συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης που διοργάνωσαν το Ινστιτούτο Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής» και το Wilfried Martens Centre for European Studies στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.

Ο υπουργός Οικονομίας και Βιώσιμης Ανάπτυξης της Κροατίας Davor Filipovi
ανέφερε ότι η Ε.Ε. κατάφερε να υποστηρίξει ουσιαστικά την Ουκρανία και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει με επιτυχία το ζήτημα της ενέργειας, ενώ πολλές χώρες πέτυχαν και θετικά οικονομικά αποτελέσματα, μεταξύ των οποίων η Κροατία και η Ελλάδα.

«Σε επίπεδο Ε.Ε. περιορίσαμε την τιμή στα 180 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Δεκέμβριο. Αυτό ήταν ένα μήνυμα προς τους κερδοσκόπους ότι δεν θα βγάλουν λεφτά από τις πλάτες των πολιτών της Ε.Ε., με αποτέλεσμα η τιμή να αρχίσει να μειώνεται και να έχει φτάσει τώρα λίγο κάτω από 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα».

Ο Κροάτης υπουργός έκανε ειδική αναφορά στον ρόλο της Ελλάδας και του αρμόδιου υπουργού Κώστα Σκρέκα που πρωτοστάτησε σε αυτή την πρωτοβουλία των 15 χωρών για την επιβολή του χαμηλότερου δυνατού ορίου.

Ερωτηθείς για το θέμα της πυρηνικής ενέργειας, υπό τη σκιά του -ρωσικής κατασκευής- πυρηνικού εργοστασίου στο Ακούγιου της Τουρκίας, ο κ. Filipovi απάντησε ότι για την Ε.Ε. η ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε να ξεπεράσει την ενεργειακή κρίση του ’22-’23 και μια πιθανή ύφεση χάρη στην κοινή αντίδραση των κρατών-μελών της, όπως διαπίστωσε ο Dimitar Lilkov, κύριος ερευνητής στο Martens Centre. Η Ε.Ε. μείωσε συλλογικά την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 17% σε σύγκριση με τον προηγούμενο χειμώνα και αυτό συνέβαλε στη μείωση της πίεσης.

Οι επενδύσεις που ήδη είχαν γίνει σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας βοήθησαν στη σταθεροποίηση της κατάστασης. Ωστόσο η υπέρβαση της ενεργειακής κρίσης είχε πολύ υψηλό οικονομικό κόστος λόγω των πρόσθετων ενεργειακών επιδοτήσεων από τις εθνικές κυβερνήσεις, προκειμένου να βοηθηθούν οι επιχειρήσεις και οι οικογένειες να καλύψουν τους λογαριασμούς ενέργειας. Το κόστος αυτό ξεπέρασε τα 700 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται οι δαπάνες για επιπλέον προμήθειες και εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου κ.λπ.

Ο κ. Lilkov σχολίασε ότι αυτό το μοντέλο λειτούργησε, αλλά δεν είναι βιώσιμο. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στη βελτίωση του εγχώριου ενεργειακού εφοδιασμού εντός της ηπείρου και να διαφοροποιήσουν τον εφοδιασμό από αξιόπιστες τρίτες χώρες.

Τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς ενέργειας υποστήριξε ο Γιώργος Κρεμλής, επίτιμος διευθυντής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος αναγνώρισε ότι η Ε.Ε. δεν είχε προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο μιας ενεργειακής κρίσης. Επεσήμανε επίσης τη μεγάλη σημασία της απεξάρτησης από το φυσικό αέριο και τη στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αλλά και στο υδρογόνο, ενώ για την πυρηνική ενέργεια εκτίμησε ότι θα πρέπει να βρεθεί μια κοινή λύση στο θέμα των αποβλήτων. Ο κ. Κρεμλής υπογράμμισε ακόμη τον ρόλο που πλέον έχει η χώρα μας για τη θωράκιση της ενεργειακής ασφάλειας της Ε.Ε. τόσο με τον σχεδιασμό των αγωγών όσο και με τη διασύνδεση με την Αίγυπτο και την προμήθεια καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας.

Στη διαπίστωση ότι η Ε.Ε. -παρά τις αντίθετες προβλέψεις- έχει κερδίσει μέχρι στιγμής τον υβριδικό πόλεμο της Ρωσίας στο πεδίο της ενέργειας, κατέληξε ο υπεύθυνος Διεθνών Σχέσεων του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμαλής» και μέλος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Δικτύου Πολιτικών Ιδρυμάτων Παναγιώτης Κακολύρης. Ο κ. Κακολύρης ανέφερε ότι παρά το κόστος πιστώνεται στην Ε.Ε. το ότι κατάφερε να ανταποκριθεί σε μια ιστορική πρόκληση που θα πρέπει όμως να αντιμετωπιστεί ως ευκαιρία για τη θωράκιση της ενεργειακής της ασφάλειας και την προώθηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων. «Περάσαμε τον “χειμώνα της ενεργειακής δυσαρέσκειας”, αλλά με δεδομένο ότι δεν διαφαίνεται ούτε το τέλος του πολέμου ούτε η αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία, η Ε.Ε. καλείται να προετοιμαστεί για έναν ακόμα γύρο ενεργειακών προκλήσεων» επεσήμανε χαρακτηριστικά.