Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που οι πρώτοι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων κυκλοφόρησαν τις δεσμεύσεις τους σχετικά με τις καθαρές μηδενικές εκπομπές. Τους μήνες που ακολούθησαν, φαινόταν ότι όλο και περισσότερες εταιρείες έσπευσαν να αναλάβουν δεσμεύσεις σύμφωνα με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού. Όμως παρά τις δεσμεύσεις για μηδενικές εκπομπές παρατηρούνται κάποιες σημαντικές αποκλίσεις.
Πρόσφατη έρευνα της Redington δείχνει ότι το 59% των διευθυντικών στελεχών έχει αναλάβει δεσμεύσεις για μηδενικές εκπομπές σε εταιρικό επίπεδο. Ωστόσο, μόνο το 34% των επιχειρήσεων έχουν θέσει στόχους σε επίπεδο στρατηγικής, ενώ μόλις το 17% επινόησε μια συγκεκριμένη στρατηγική απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές. Ομοίως, μόνο το 63% περιλαμβάνουν εκτιμήσεις κλιματικού κινδύνου και μόλις το 67% παρακολουθούν μετρήσεις που βασίζονται στις εκπομπές.
Παρ’ όλα αυτά οι λύσεις είναι ήδη διαθέσιμες και το μόνο που μένει είναι να γίνει μια ιεράρχηση των τακτικών που υιοθετούν οι επιχειρήσεις, σύμφωνα με την Redington.
Όπως σημειώνει, ένας από τους πιο προφανείς και αποτελεσματικούς τρόπους με τους οποίους οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων μπορούν να αποδείξουν τον αντίκτυπο των προσπαθειών τους για τη μείωση των εκπομπών είναι μέσω της παροχής τακτικών και διαφανών αναφορών.
Περίπου το 63% των στρατηγικών χρησιμοποιεί αξιολογήσεις κλιματικού κινδύνου για μελλοντικές προβλέψεις και το 67% παρακολουθεί το χαρτοφυλάκιό του σε σχέση με μετρήσεις που βασίζονται στις εκπομπές.
Δεδομένων των κανονιστικών απαιτήσεων για την υποβολή εκθέσεων TCFD, οι οποίες ζητούν το αποτύπωμα άνθρακα των χαρτοφυλακίων, αυτό αναμφίβολα θα μπορούσε να βελτιωθεί περαιτέρω.
Δεύτερον, οι managers που έχουν θέσει σαφείς ενδιάμεσους στόχους –για παράδειγμα επίτευξη μείωσης των εκπομπών κατά 50% έως το 2030– στέλνουν ένα μήνυμα ότι αναγνωρίζουν την πορεία που θα ακολουθήσουν και ότι κατανοούν την προσπάθεια που απαιτείται για την επίτευξη των φιλοδοξιών τους.







