Φυτοφάρμακα, βιοκτόνα και φαρμακευτικές χημικές ουσίες εντοπίζονται στους ποταμούς της Ευρώπης σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Περιβαλλοντικών Ερευνών Helmoltz (UFZ) της Γερμανίας. Πρόκειται για χημικές ουσίες από οικιακά απόβλητα, εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, απόβλητα από τη γεωργία και τη βιομηχανία που μπορεί να καταλήξουν στους υδάτινους πόρους θέτοντας σε κίνδυνο τα οικοσυστήματα που αναπτύσσονται στους ποταμούς.
Συγκεκριμένα, η ομάδα του κέντρου UFZ ανέλυσε περίπου 450 δείγματα από 22 ευρωπαϊκές υδάτινες οδούς εντοπίζοντας περισσότερες από 500 επιβλαβείς χημικές ουσίες, ορισμένες από αυτές σε υψηλές συγκεντρώσεις. Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό «Environment International», οι εν λόγω ουσίες ενέχουν υψηλό κίνδυνο ιδίως για τα ασπόνδυλα. Από αυτές, οι 229 ήταν φυτοφάρμακα και βιοκτόνα και οι 175 φαρμακευτικές χημικές ουσίες. Επιπλέον, βρέθηκαν επιφανειοδραστικές ουσίες, πρόσθετα πλαστικών και ελαστικών, παντοτινά χημικά και αναστολείς διάβρωσης.
Αναλυτικότερα, οι ερευνητές εντόπισαν έως και 50 χημικές ουσίες στο 40% των δειγμάτων και 51-100 χημικές ουσίες στο 41%. Σε τέσσερα δείγματα ανίχνευσαν περισσότερους από 200 οργανικούς μικρορύπους. Τις περισσότερες χημικές ουσίες -σε σύνολο 241- εντόπισαν σε δείγμα νερού που ελήφθη από τον Δούναβη.
Η ουσία που συναντήθηκε συχνότερα από τους επιστήμονες ήταν η Ν-ακετυλο-4-αμινοαντπυρίνη, που προκύπτει από αναλγητικό φάρμακο, για την οποία -όπως αναφέρει το δελτίο Τύπου- που εκδόθηκε δεν είναι ακόμα γνωστές οι επιπτώσεις της στο οικοσύστημα γλυκού νερού.
Μία από τις πιο συνηθισμένες από τις ουσίες που βρέθηκαν στα ευρωπαϊκά ποτάμια είναι το αντισπασμωδικό καρβαμαζεπίνη, το οποίο δεν είναι εύκολα βιοδιασπώμενο σε υδάτινα σώματα, επιδρά στην αναπαραγωγική ικανότητα των ασπόνδυλων και καθυστερεί την ανάπτυξη των ψαριών.
Επιπλέον, οι ερευνητές εντόπισαν εντομοκτόνα όπως φιπρονίλη και διαζινόν, τα οποία είναι εξαιρετικά επιβλαβή για τα ασπόνδυλα υδρόβια ζώα. Η ομάδα κατέληξε ότι η παρατεταμένη έκθεση σε αυτές τις δύο ουσίες μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στα ζώα αυτά.
Ωστόσο, οι επιστήμονες καλούνται να δώσουν απάντηση σε ακόμη ένα ζήτημα, πιθανότατα καίριας σημασίας: Ποιες οι περαιτέρω επιπτώσεις από τον συνδυασμό των ουσιών αυτών; «Η ποσότητα των χημικών ουσιών που απορρίπτονται στα υδάτινα σώματα αποτελεί μεγάλο πρόβλημα. Γνωρίζουμε όμως ακόμη πολύ λίγα για τις πρόσθετες επιδράσεις αυτών των ουσιών όταν αναμειγνύονται μεταξύ τους» εξήγησε ο Έρικ Καρμόνα, περιβαλλοντικός χημικός του UFZ και συνεπικεφαλής συντάκτης της έρευνας.
Προκειμένου να μπορέσουν να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις της ανάμειξης των ουσιών στους οργανισμούς που ζουν στο υδάτινο περιβάλλον, οι ερευνητές εφάρμοσαν την έννοια του χημικού αποτυπώματος, η οποία υπολογίζει πόσο μπορεί να επηρεάσει το χημικό μείγμα την ποιότητα του νερού και ποιες είναι οι πιθανότητες επιβίωσης των υδρόβιων οργανισμών όπως τα ψάρια, τα καρκινοειδή και τα φύκια.
Το χημικό αποτύπωμα προκύπτει από τη συγκέντρωση μιας χημικής ουσίας σε μια τοποθεσία με την αναμενόμενη επίδρασή της στο περιβάλλον. Στη συνέχεια αθροίζονται οι τιμές των χημικών ουσιών που ανιχνεύονται. Για καθεμία από αυτές τις ομάδες οργανισμών, υπάρχει μια επιστημονική οριακή τιμή, ενώ η υπέρβασή της μπορεί να προκαλέσει την εξαφάνιση ευάλωτων ειδών από το οικοσύστημα.
Στην περίπτωση των ποταμών οι επιστημονικές οριακές τιμές ξεπεράστηκαν στο 74% των δειγμάτων που εξετάστηκαν, με αποτέλεσμα ο κίνδυνος να είναι ιδιαίτερα υψηλός για τα καρκινοειδή στο 15% των περιοχών ελέγχθηκαν, κάτι που σημαίνει ότι τα ζώα έχουν ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης.
Οι ερευνητές του UFZ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί, εξακολουθούν να υπάρχουν πάρα πολλά χημικά στους ευρωπαϊκούς ποταμούς, ενώ υπάρχουν χημικές ουσίες που ακόμα δεν έχουν αξιολογηθεί, επομένως είναι απαραίτητο να ληφθούν περισσότερα δείγματα και να διεξαχθούν περισσότερες μετρήσεις.
Πηγή: newmoney.gr








