Αλεξάνδρα Σδούκου: «Απαραίτητη για τις υπεράκτιες ΑΠΕ η δημόσια χρηματοδότηση»

Στον κρίσιμο ρόλο της δημόσιας χρηματοδότησης όσον αφορά την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων για αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος των υπεράκτιων ΑΠΕ -από 20 GW που είναι σήμερα σε περίπου 100 GW το 2030- στην Ε.Ε. αναφέρθηκε η υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Αλεξάνδρα Σδούκου, στην τοποθέτησή της στη συνεδρίαση υψηλού επιπέδου για τις υπεράκτιες ΑΠΕ, που διοργάνωσε στην Μπριζ η βελγική προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Η συνεδρίαση διεξήχθη με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, της επιτρόπου Ενέργειας Κάντρι Σίμσον, της Βελγίδας υπουργού Ενέργειας Τίνε φαν ντερ Στρέτεν, του Ιρλανδού υπουργού Κλίματος και Ενέργειας Ίμον Ράιαν και του Γερμανού υφυπουργού Ενέργειας Φίλιπ Νίμερμαν.

Η Αλεξάνδρα Σδούκου τόνισε ότι το να επιτευχθεί αυτό το αυξημένο επίπεδο φιλοδοξίας φαίνεται ίσως δύσκολο, είναι όμως αναγκαίο. Παράλληλα υπογράμμισε ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς -οι κυβερνήσεις, η βιομηχανία, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί- πρέπει να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, ώστε ο στόχος να γίνει πραγματικότητα.

Ανέφερε ακόμη ότι ο χρηματοδοτικός Μηχανισμός «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) δημιουργήθηκε με στόχο να βοηθήσει τους φορείς υλοποίησης των ενεργειακών έργων να διαπιστώσουν κατά πόσο τα σχεδιαζόμενα έργα είναι βιώσιμα, διεξάγοντας τις απαραίτητες και εξαιρετικά κοστοβόρες μελέτες. Πρόσθεσε επίσης ότι το CEF συνέβαλε στην υλοποίηση σημαντικών έργων, ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, που βοήθησαν στην αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, υπογραμμίζοντας ότι χρειάζεται σημαντική χρηματοδοτική ενίσχυση για να διαδραματίσει τον ρόλο του κατά την ενεργειακή μετάβαση.

«Το CEF διαθέτει πόρους περίπου 5,8 δισ. ευρώ, ενώ η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υπολογίσει το ύψος των απαραίτητων επενδύσεων σε 584 δισ. ευρώ, για τα επόμενα χρόνια. Με άλλα λόγια, το CEF διαθέτει μόλις το 1% των απαραίτητων πόρων» ανέφερε χαρακτηριστικά η υφυπουργός Περιβάλλοντος, κάνοντας ταυτόχρονα ειδική αναφορά στην ανάγκη απομείωσης του κινδύνου για να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις. Ως παράδειγμα ανέφερε μια σειρά πρωτοβουλιών της ελληνικής κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των χρηματοδοτικών αναγκών του αναδυόμενου τομέα της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας. Η κυρία Σδούκου σημείωσε χαρακτηριστικά ότι έχουν ήδη διατεθεί 30 εκατ. ευρώ για τη διενέργεια μετρήσεων ανέμου και μελετών βυθού το επόμενο έτος, για τα πρώτα θαλάσσια οικόπεδα που θα αναπτυχθούν και θα δημοπρατηθούν τα επόμενα δύο χρόνια.

Αυτή η αρχική δημόσια επένδυση θα δώσει στους υποψήφιους επενδυτές μια πολύ καλή εικόνα για την πραγματική δυναμικότητα αυτών των θαλάσσιων οικοπέδων. Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε η Αλεξάνδρα Σδούκου, η Ελλάδα επιθυμεί να αξιοποιήσει τη δημόσια χρηματοδότηση για να προσελκύσει την ιδιωτική: «Έχουμε στόχο να διαθέσουμε τουλάχιστον 260 εκατ. ευρώ, και δυνητικά μέχρι 460 εκατ. ευρώ, για την οικονομική στήριξη της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας μέσω του νέου Ταμείου Απανθρακοποίησης Νήσων, χρήματα που προέρχονται από δικαιώματα ρύπων και που θα βοηθήσουν στην αρχική χρηματοδότηση των πρώτων έργων υπεράκτιων ΑΠΕ».

Επιπλέον, η υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπογράμμισε τη σημασία της δημιουργίας ενός σταθερού, διαφανούς και δίκαιου πλαισίου για τους επενδυτές, φέρνοντας ως παράδειγμα την επιλογή της Ελλάδας να μειώσει το επενδυτικό ρίσκο, ωριμάζοντας αδειοδοτικά και περιβαλλοντικά τα πρώτα 2 GW υπεράκτιων ΑΠΕ μέσω της ΕΔΕΥΕΠ και διασφαλίζοντας την πρόσβαση στο δίκτυο ηλεκτρισμού.

Τέλος, η Αλεξάνδρα Σδούκου αναφέρθηκε στη χρησιμότητα του αναθεωρημένου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που θα περιλαμβάνει συγκεκριμένους στόχους υπεράκτιας αιολικής ενέργειας για το 2040 και το 2050, παρέχοντας ορατότητα στους επενδυτές για τη μακροπρόθεσμη δυναμική του τομέα.

Πηγή: newmoney.gr