
Πέντε μήνες ακινητοποιημένος παραμένει ο μετροπόντικας στην Κυψέλη, με τις καθιζήσεις να έχουν προκαλέσει βλάβες σε 20 κτίρια και την επανεκκίνηση να μετατρέπεται σε δύσκολη τεχνική εξίσωση. Τέσσερις φορές είχε διακοπεί η διάνοιξη πριν από την οριστική ακινητοποίηση του μηχανήματος τον Μάιο. Στην Αθήνα επιστρατεύεται ο διεθνούς φήμης Βρετανός καθηγητής Robert Mair, ενώ οι κάτοικοι ζητούν εγγυήσεις ασφαλείας, αποκατάσταση των ζημιών και απαντήσεις για το τι πήγε λάθος.
Σε έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών εξελίσσεται η κατασκευή της Γραμμής 4 του Μετρό της Αθήνας, καθώς ο μετροπόντικας παραμένει καθηλωμένος κάτω από την Κυψέλη, τα κτίρια εμφανίζουν ρωγμές και οι κάτοικοι εξακολουθούν να ζουν με την αβεβαιότητα για την ασφάλεια των περιουσιών τους.
Η ενημέρωση που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών επιβεβαίωσε ότι ο δρόμος προς την επανεκκίνηση δεν θα είναι απλός.
Όπως ξεκαθάρισε ο υπουργός Χρίστος Δήμας, το μηχάνημα δεν πρόκειται να κινηθεί ξανά εάν προηγουμένως δεν επιβεβαιωθεί, μέσω ανεξάρτητης επιστημονικής αξιολόγησης, ότι τα νέα μέτρα είναι επαρκή για την προστασία των κατοίκων και των κτιρίων.
Το χρονικό των προβλημάτων: Τέσσερις διακοπές πριν από την ακινητοποίηση
Το πρόβλημα στη διαδρομή της Γραμμής 4 από την Κυψέλη προς τα Δικαστήρια δεν εμφανίστηκε ξαφνικά.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάιο είχαν καταγραφεί επανειλημμένες υπερβάσεις στα επίπεδα καθίζησης του εδάφους.
Αποτέλεσμα ήταν να διακόπτεται προσωρινά η λειτουργία του μετροπόντικα, ώστε να γίνονται έλεγχοι και προσαρμογές στις παραμέτρους διάνοιξης.
Ωστόσο, οι δυσκολίες συνεχίστηκαν και στις 8 Μαΐου το μηχάνημα ακινητοποιήθηκε στην Κυψέλη.
Οι καθιζήσεις αποτελούν ένα γνωστό τεχνικό φαινόμενο σε μεγάλα υπόγεια έργα. Όμως, όταν οι πραγματικές μετακινήσεις του εδάφους υπερβαίνουν τις προβλέψεις, απαιτείται επανεκτίμηση των τεχνικών παραμέτρων και των μέτρων προστασίας.
Στην περίπτωση της Κυψέλης, η εξέλιξη αυτή συνδυάστηκε με την εμφάνιση βλαβών σε πολυκατοικίες, γεγονός που ανέδειξε τη σοβαρότητα του προβλήματος.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι καθιζήσεις οφείλονται σε απρόβλεπτα γεωτεχνικά χαρακτηριστικά του υπεδάφους, σε αδυναμία των αρχικών προβλέψεων ή σε παραμέτρους της κατασκευαστικής διαδικασίας που απαιτούσαν διαφορετική αντιμετώπιση.
Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί τελικό πόρισμα που να αποδίδει συγκεκριμένη τεχνική ευθύνη.
Ο Βρετανός που καλείται να δώσει τη λύση στην Κυψέλη
Ο Βρετανός ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ διαθέτει εμπειρία άνω των 50 ετών σε μεγάλα έργα υποδομών.
Στο βιογραφικό του περιλαμβάνονται εμβληματικά έργα, όπως η επέκταση της Jubilee Line και το Crossrail στο Λονδίνο.
Ιδιαίτερη είναι η συμβολή του στην ανάπτυξη και εφαρμογή τεχνικών ελεγχόμενων ενέσεων στο έδαφος, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των καθιζήσεων.
Τέτοιες τεχνικές αξιοποιήθηκαν και για την προστασία ιστορικών κατασκευών, μεταξύ των οποίων ο Πύργος του Big Ben, κατά τη διάρκεια υπόγειων εργασιών στο Λονδίνο.
Η συμμετοχή του Robert Mair στην ελληνική υπόθεση δεν σημαίνει ότι έχει ήδη επιλεγεί συγκεκριμένη τεχνική λύση.
Ο ρόλος του αφορά την πρόσθετη ανεξάρτητη αξιολόγηση των αιτιών, των μέτρων προστασίας και των προϋποθέσεων κάτω από τις οποίες μπορεί να συνεχιστεί με ασφάλεια η διάνοιξη.
Πώς θα ξεκινήσει ξανά ο μετροπόντικας: Οι δύο κρίσιμες αλλαγές
Η λύση που βρίσκεται στο τραπέζι στηρίζεται σε δύο ουσιαστικές παρεμβάσεις στη διαδικασία διάνοιξης.
Η πρώτη αφορά την προληπτική ενίσχυση του εδάφους μπροστά από το μηχάνημα, πριν από τη συνέχιση των εκσκαφών.
Στόχος είναι να βελτιωθεί η συμπεριφορά του υπεδάφους, περιορίζοντας τον κίνδυνο νέων ανεπιθύμητων μετακινήσεων.
Η δεύτερη αφορά την αυστηρότερη παρακολούθηση και ρύθμιση των παραμέτρων λειτουργίας του μετροπόντικα.
Με βάση το προτεινόμενο σχέδιο, όταν δοθεί η έγκριση, το μηχάνημα θα κινηθεί αρχικά με μικρά, προσεκτικά ελεγχόμενα βήματα.
Κάθε φάση θα συνοδεύεται από μετρήσεις σε πραγματικό χρόνο, τόσο στο έδαφος όσο και στα κτίρια που βρίσκονται στη ζώνη επιρροής.
Εάν καταγραφεί υπέρβαση των προβλεπόμενων ορίων, η λειτουργία θα διακόπτεται και τα δεδομένα θα επανεξετάζονται.
Η λογική του σχεδίου είναι ότι η συνέχιση του έργου δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στις αρχικές μελέτες. Χρειάζεται διαρκής προσαρμογή στις πραγματικές συνθήκες που συναντά το μηχάνημα.
Παράλληλα, θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί οι ειδικές μελέτες προστασίας των κτιρίων που βρίσκονται μπροστά από την πορεία της σήραγγας.
Τα ευρήματα του ΤΕΕ: Ζημιές σε 20 κτίρια, σοβαρότερα προβλήματα σε 4 έως 7
Η πραγματική έκταση των προβλημάτων αποτυπώνεται στις πραγματογνωμοσύνες του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας.
Στη ζώνη επιρροής της διάνοιξης βρίσκονται συνολικά 87 κτίρια, τα οποία παρακολουθούνται, ενώ σε 20 έχουν καταγραφεί βλάβες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, είχαν ελεγχθεί 35 κτίρια, ενώ οι ενδιάμεσες εκθέσεις για την αρχική ομάδα των 14 ακινήτων έχουν ήδη παραδοθεί.
Από τα 14 κτίρια, περίπου 4 έως 7 εμφανίζουν σοβαρότερα προβλήματα, ενώ στα υπόλοιπα οι βλάβες είναι ηπιότερες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μισά από τα 87 κτίρια έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές, αλλά ότι σημαντικό ποσοστό της πρώτης ομάδας πραγματογνωμοσυνών απαιτεί αυξημένη προσοχή.
Στις περισσότερες περιπτώσεις οι βλάβες αφορούν ρωγμές σε τοιχοποιίες, επιχρίσματα και αρμούς.
Σε ορισμένα ακίνητα, ωστόσο, έχουν καταγραφεί ενδείξεις βλαβών που απαιτούν έλεγχο του φέροντος οργανισμού και εκτενέστερες ενισχύσεις.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι οι αποκαταστάσεις δεν μπορούν να περιοριστούν σε απλά μερεμέτια ή αισθητικές παρεμβάσεις.
Οι πολυκατοικίες πάνω από τον μετροπόντικα και ο μεγαλύτερος κίνδυνος
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται σε τέσσερα έως έξι κτίρια που βρίσκονται ακριβώς πάνω από το σημείο όπου έχει ακινητοποιηθεί το μηχάνημα.
Στη συγκεκριμένη περιοχή έχουν καταγραφεί οι μεγαλύτερες καθιζήσεις, ενώ η διάνοιξη δεν έχει ολοκληρωθεί κάτω από τα συγκεκριμένα ακίνητα.
Για τον λόγο αυτό, η περιοχή αντιμετωπίζεται ως ζώνη ιδιαίτερα αυξημένης προσοχής.
Πριν από τη συνέχιση των εργασιών απαιτείται να προσδιοριστούν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας για κάθε κτίριο χωριστά, βάσει της κατάστασης και της κατασκευαστικής του συμπεριφοράς.
Η διαδικασία αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή πολλές πολυκατοικίες της Κυψέλης είναι παλαιές και διαθέτουν διαφορετικά κατασκευαστικά χαρακτηριστικά.
Το ΤΕΕ έχει υπογραμμίσει ότι στόχος των παρεμβάσεων δεν είναι απλώς να αποκατασταθούν οι εμφανείς ρωγμές, αλλά να εξασφαλιστεί ότι τα κτίρια θα παραδοθούν στους ιδιοκτήτες τους σε κατάσταση τουλάχιστον αντίστοιχη και, όπου απαιτείται, ασφαλέστερη από εκείνη πριν από τις καθιζήσεις.
ΑΒΑΞ: Oι καθιζήσεις δεν αποδεικνύουν κατασκευαστικό λάθος
Στο ζήτημα των ευθυνών τοποθετήθηκε ο διευθύνων σύμβουλος της ΑΒΑΞ, Κωνσταντίνος Μιτζάλης.
Ο επικεφαλής της κατασκευαστικής εταιρείας υποστήριξε ότι η εμφάνιση προβλημάτων σε μεγάλα τεχνικά έργα δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη λανθασμένης μελέτης ή κατασκευαστικής αστοχίας.
Όπως ανέφερε, ακόμη και όταν έχουν εκπονηθεί άρτιες μελέτες, κατά τη διάρκεια της κατασκευής μπορούν να εμφανιστούν συνθήκες που δεν ήταν δυνατόν να έχουν προβλεφθεί πλήρως.
Η θέση αυτή συνδέεται με τις ιδιαιτερότητες των υπόγειων έργων, όπου χαρακτηριστικά του εδάφους, όπως η διαπερατότητα, μπορούν να μεταβάλλονται ακόμη και σε σχετικά μικρές αποστάσεις.
Ωστόσο, το γεγονός ότι τα γεωτεχνικά χαρακτηριστικά της περιοχής ήταν γνωστά και είχαν ληφθεί υπόψη στον σχεδιασμό καθιστά αναγκαία την αναλυτική διερεύνηση της απόκλισης ανάμεσα στις προβλέψεις και στις πραγματικές μετρήσεις.
Το εάν υπήρξε τεχνική αστοχία, ελλιπής πρόβλεψη ή κάποιος συνδυασμός παραγόντων δεν μπορεί να κριθεί πριν ολοκληρωθούν οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό και αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη μελλοντική διαχείριση του έργου.
Ποιος θα πληρώσει τις ζημιές και πότε θα ξεκινήσουν οι επισκευές
Η αποκατάσταση των κτιρίων αποτελεί ξεχωριστό και εξαιρετικά απαιτητικό μέτωπο.
Το υπουργείο Υποδομών έχει διαβεβαιώσει ότι οι ιδιοκτήτες δεν θα επιβαρυνθούν οικονομικά για τις απαραίτητες παρεμβάσεις.
Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα του τελικού καταμερισμού του κόστους ανάμεσα στις εμπλεκόμενες πλευρές και στις ασφαλιστικές καλύψεις του έργου.
Το ΤΕΕ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν χρειάζεται να αναμένεται η ολοκλήρωση όλων των τελικών πραγματογνωμοσυνών για να αρχίσουν οι επισκευές.
Όπου υπάρχουν επαρκή τεχνικά στοιχεία, οι εργασίες μπορούν να προχωρήσουν άμεσα.
Ήδη, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν από την ανάδοχο, έχουν πραγματοποιηθεί αποκαταστάσεις σε ιδιοκτησίες τριών κτιρίων, ενώ υπάρχουν διαθέσιμα συνεργεία για να συνεχιστούν οι εργασίες.
Η διαδικασία, ωστόσο, δεν είναι απλή.
Σε αρκετές πολυκατοικίες απαιτείται η συναίνεση των ιδιοκτητών, καθώς οι παρεμβάσεις στον φέροντα οργανισμό και στα κοινόχρηστα τμήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται ενιαία.
Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να σχεδιαστεί ουσιαστική ενίσχυση μιας κατασκευής μόνο σε έναν όροφο, χωρίς να ληφθεί υπόψη η συνολική συμπεριφορά του κτιρίου.
Οι κάτοικοι αντιδρούν: «Πρώτα να μάθουμε τι συνέβη»
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, η συνέντευξη Τύπου ανέδειξε το σοβαρό έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους κατοίκους και τους εμπλεκόμενους φορείς.
Εκπρόσωποι των ιδιοκτητών εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των ελέγχων και για την απουσία οριστικής απάντησης σχετικά με τις αιτίες των καθιζήσεων.
Η αναφορά της κατασκευαστικής πλευράς στη δυσκολία εξασφάλισης συναινέσεων προκάλεσε αντιδράσεις.
Οι κάτοικοι υποστηρίζουν ότι οι επιφυλάξεις τους δεν συνιστούν άρνηση αποκατάστασης, αλλά απορρέουν από την ανάγκη να γνωρίζουν ποιες ακριβώς ζημιές έχουν υποστεί οι ιδιοκτησίες τους και ποια μέτρα είναι επαρκή για τη μακροχρόνια ασφάλειά τους.
Για τους ανθρώπους που ζουν στις συγκεκριμένες πολυκατοικίες, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον χρόνο παράδοσης της Γραμμής 4.
Αφορά την ασφάλεια των κατοικιών τους, την αξία των περιουσιών τους και την καθημερινότητα μιας γειτονιάς που εδώ και μήνες βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρή αβεβαιότητα.
Η Γραμμή 4 μπαίνει σε νέα δοκιμασία – Τι σημαίνει η καθυστέρηση
Η παρατεταμένη ακινητοποίηση του μετροπόντικα προσθέτει ένα ακόμη πρόβλημα σε ένα από τα μεγαλύτερα συγκοινωνιακά έργα της χώρας.
Η πρώτη φάση της Γραμμής 4, στο τμήμα Άλσος Βεΐκου – Γουδή, αποτελεί επένδυση περίπου 1,5 δισ. ευρώ και έχει σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί πυκνοκατοικημένες περιοχές της Αθήνας που σήμερα δεν διαθέτουν άμεση πρόσβαση στο Μετρό.
Η καθυστέρηση στην Κυψέλη δεν επηρεάζει μόνο τη συγκεκριμένη περιοχή. Ενδέχεται να δημιουργήσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στο συνολικό πρόγραμμα κατασκευής, καθώς η διάνοιξη των σηράγγων αποτελεί κρίσιμο στάδιο του έργου.
Το πότε και σε ποιον βαθμό θα επηρεαστεί η τελική ημερομηνία παράδοσης δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί.
Η πολιτική ηγεσία αποφεύγει να δεσμευτεί για νέο χρονοδιάγραμμα πριν ολοκληρωθεί η τεχνική αξιολόγηση.
Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αβεβαιότητα: όσο ο μετροπόντικας παραμένει ακίνητος, τόσο δυσκολότερη γίνεται η ασφαλής αποτίμηση του συνολικού χρόνου ολοκλήρωσης.
Η επόμενη ημέρα: Πρώτα ασφάλεια, μετά επανεκκίνηση
Το σχέδιο για τη συνέχιση της Γραμμής 4 έχει πλέον συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά όχι οριστική ημερομηνία εφαρμογής.
Η ολοκλήρωση των ανεξάρτητων τεχνικών αξιολογήσεων, η ενίσχυση του εδάφους, η προστασία των κτιρίων και η αυστηρότερη παρακολούθηση της διάνοιξης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις πριν κινηθεί ξανά το μηχάνημα.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι η μεθοδολογία θα παρουσιαστεί στον Δήμο Αθηναίων και στους κατοίκους πριν από την επανέναρξη των εργασιών.




