
Στην πιο κρίσιμη πολιτική δοκιμασία της δεύτερης θητείας του μπαίνει ο Ντόναλντ Τραμπ, μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Το 78% των Αμερικανών θεωρεί ότι οι πολιτικές του συνέβαλαν στην ακρίβεια, ενώ η συμφωνία με τη Μόσχα για το ρωσικό ντίζελ προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και στους Ρεπουμπλικανούς. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής, η Γερουσία παραμένει πεδίο σκληρής αναμέτρησης και εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια διοχετεύονται στην προεκλογική εκστρατεία.
Ο χρόνος μετρά αντίστροφα για τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ιδιαίτερα απαιτητική πολιτική συγκυρία. Η ακρίβεια, οι αυξήσεις στα καύσιμα, οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν και η αμφιλεγόμενη ενεργειακή συμφωνία με τη Ρωσία έχουν μετατρέψει την οικονομία σε κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης, μόλις 21 ημέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες.
Στις 3 Νοεμβρίου 2026, οι Αμερικανοί δεν θα εκλέξουν πρόεδρο. Θα αποφασίσουν, όμως, ποιος θα ελέγχει το Κογκρέσο για τα επόμενα δύο χρόνια και, συνεπώς, ποια θα είναι τα κοινοβουλευτικά περιθώρια της κυβέρνησης Τραμπ μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Η αναμέτρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να διατηρήσουν την πλειοψηφία τους τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, ενώ οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να ανατρέψουν τους συσχετισμούς.
Η μάχη διεξάγεται σε ένα περιβάλλον όπου οι οικονομικές πιέσεις βρίσκονται στην κορυφή των ανησυχιών των ψηφοφόρων. Και το πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο είναι ότι η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στους πολιτικούς του αντιπάλους.
Το 78% συνδέει τις πολιτικές Τραμπ με την άνοδο των τιμών
Η δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos, που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου, αναδεικνύει το μέγεθος της οικονομικής δυσαρέσκειας.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 78% των Αμερικανών θεωρεί ότι οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ έχουν συμβάλει, τουλάχιστον εν μέρει, στην αύξηση του κόστους διαβίωσης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 57% των Ρεπουμπλικανών δηλώνει πως οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τις αποδοχές του.
Παράλληλα, το 68% των ερωτηθέντων αποδοκιμάζει τους χειρισμούς της κυβέρνησης για τον πληθωρισμό, συμπεριλαμβανομένου του 40% όσων δηλώνουν Ρεπουμπλικανοί.
Η έρευνα βασίστηκε σε 4.506 ενήλικους Αμερικανούς και έχει περιθώριο σφάλματος περίπου 2 έως 3 ποσοστιαίων μονάδων, ανάλογα με το επιμέρους αποτέλεσμα.
Το πολιτικό βάρος αυτών των ευρημάτων είναι σημαντικό, διότι ο Τραμπ είχε θέσει τον περιορισμό του πληθωρισμού και τη μείωση του κόστους ζωής στο επίκεντρο των προεκλογικών του δεσμεύσεων.
Σήμερα, η κυβέρνησή του καλείται να εξηγήσει γιατί τα αμερικανικά νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι η οικονομική του πολιτική έχει αποφέρει ουσιαστικά οφέλη, επικαλούμενος τις φορολογικές μειώσεις και τις παρεμβάσεις για τη μείωση των τιμών των συνταγογραφούμενων φαρμάκων.
Ωστόσο, η αύξηση του ενεργειακού κόστους, οι δασμοί και οι επιπτώσεις των διεθνών συγκρούσεων εξακολουθούν να αποτελούν βασικά σημεία αντιπαράθεσης.
Η συμφωνία με τον Πούτιν: Ρωσικό ντίζελ για να συγκρατηθούν οι τιμές
Σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των ανατιμήσεων στα καύσιμα, ο Τραμπ ανακοίνωσε στις 9 Οκτωβρίου συμφωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν για την ενίσχυση της προσφοράς ντίζελ στις διεθνείς αγορές.
Η συμφωνία προβλέπει άμεση διάθεση περισσότερων από 300.000 μετρικών τόνων ρωσικού ντίζελ, ενώ σύμφωνα με τις ανακοινώσεις αναμένονται επιπλέον 500.000 τόνοι τον Νοέμβριο και ένα εκατομμύριο τόνοι στη συνέχεια.
Η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε παράλληλα σε προσωρινή χαλάρωση περιορισμών για το ρωσικό ντίζελ, με στόχο τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους.
Η κίνηση αυτή συνδέεται άμεσα με τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων που προκαλούνται από τις διεθνείς συγκρούσεις και τις δυσκολίες εφοδιασμού.
Ωστόσο, η πραγματική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας παραμένει αβέβαιη.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ποσότητες που έχουν ανακοινωθεί είναι περιορισμένες σε σχέση με τη ζήτηση, ενώ η δυνατότητα της Ρωσίας να τις διαθέσει εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της και τη διαθεσιμότητα μεταφορικών μέσων.
Η ενεργειακή υποδομή της χώρας έχει επηρεαστεί από ουκρανικά πλήγματα, ενώ η Μόσχα αντιμετωπίζει και ανάγκες εφοδιασμού της εγχώριας αγοράς.
Αντιδράσεις ακόμη και από Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές
Η συμφωνία προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις, καθώς δημιουργεί ερωτήματα για τη συνοχή της αμερικανικής πολιτικής κυρώσεων απέναντι στη Ρωσία.
Τέσσερις Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές, η Σούζαν Κόλινς, η Λίζα Μαρκόφσκι, ο Τομ Τίλις και ο Τζον Κέρτις, μαζί με τους Δημοκρατικούς Τζιν Σαχίν και Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ, ζήτησαν την ανάκληση της απόφασης.
Οι επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η διευκόλυνση των ρωσικών εξαγωγών μπορεί να προσφέρει οικονομικά έσοδα στη Μόσχα σε μια περίοδο που συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές των χειρισμών Τραμπ προβάλλουν την ανάγκη για άμεση αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας και επισημαίνουν ότι η ενεργειακή πολιτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Η διαφωνία αναδεικνύει το δύσκολο δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ουάσιγκτον: πώς θα συγκρατήσει το κόστος των καυσίμων χωρίς να αποδυναμώσει την πίεση που ασκείται στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το ζήτημα αποκτά πρόσθετο πολιτικό βάρος, καθώς η συμφωνία ανακοινώθηκε λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Η μάχη της Βουλής των Αντιπροσώπων και οι δημοσκοπήσεις
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπου το όριο της πλειοψηφίας βρίσκεται στις 218.
Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να αξιοποιήσουν την οικονομική δυσαρέσκεια, θέτοντας στο επίκεντρο της εκστρατείας τους το κόστος ζωής, τη φορολογική πολιτική και την ενεργειακή ακρίβεια.
Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνουν οι αναθεωρήσεις του ανεξάρτητου Cook Political Report, το οποίο στις 9 Οκτωβρίου μετέβαλε την αξιολόγηση 18 εκλογικών περιφερειών προς ευνοϊκότερη κατεύθυνση για τους Δημοκρατικούς.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το εκλογικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί ουσιαστικά από τις αρχές του φθινοπώρου. Το Cook Political Report παρουσίασε στις 9 Οκτωβρίου ένα σενάριο καθαρής αύξησης 9 έως 19 εδρών για τους Δημοκρατικούς, εκτιμώντας ότι αυτό θα μπορούσε να τους δώσει συνολικά 224 έως 234 έδρες.
Πρόκειται για εκτίμηση εξωτερικού αναλυτικού οργανισμού και όχι για εκλογικό αποτέλεσμα. Οι μεμονωμένες αναμετρήσεις, η συμμετοχή και οι μετακινήσεις των αναποφάσιστων μπορούν να διαφοροποιήσουν τους τελικούς συσχετισμούς.
Η Γερουσία και οι πολιτείες που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον
Στη Γερουσία, όπου οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν πλειοψηφία 53 έναντι 47 εδρών, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρή ενίσχυση τεσσάρων εδρών για να αποκτήσουν τον έλεγχο, λαμβάνοντας υπόψη την ψήφο του Ρεπουμπλικανού αντιπροέδρου σε περίπτωση ισοψηφίας.
Σημαντικές αναμετρήσεις διεξάγονται στο Μέιν, στη Βόρεια Καρολίνα, στο Οχάιο, στην Αλάσκα, στην Αϊόβα, στο Τέξας και στο Κάνσας, ενώ οι Δημοκρατικοί υπερασπίζονται κρίσιμες έδρες στο Μίσιγκαν και την Τζόρτζια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι αναμετρήσεις της Σούζαν Κόλινς στο Μέιν, του Τζον Χάστεντ στο Οχάιο και του Τζον Όσοφ στην Τζόρτζια.
Η κάθε πολιτεία έχει διαφορετικά δημογραφικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και οι εθνικές δημοσκοπήσεις δεν αρκούν για να αποτυπώσουν την έκβαση των επιμέρους αναμετρήσεων.
Η Γερουσία έχει ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα, καθώς συμμετέχει στην έγκριση ανώτατων κυβερνητικών αξιωματούχων, ομοσπονδιακών δικαστών και μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Ο Ίλον Μασκ και τα 366 εκατομμύρια δολάρια της προεκλογικής μάχης
Ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων αποτελεί μια ακόμη σημαντική παράμετρο των εκλογών.
Σύμφωνα με στοιχεία χρηματοδότησης που επικαλούνται Reuters και Associated Press, ο Ίλον Μασκ έχει διαθέσει περίπου 366 εκατομμύρια δολάρια στον εκλογικό κύκλο 2025-2026, κυρίως για την υποστήριξη Ρεπουμπλικανών υποψηφίων και οργανώσεων.
Από αυτά, περίπου 276 εκατομμύρια δολάρια διατέθηκαν από τον Ιούλιο του 2026 και μετά.
Σημαντικό μέρος των χρημάτων κατευθύνθηκε σε οργανώσεις πολιτικής δράσης που χρηματοδοτούν τηλεοπτικές διαφημίσεις, εκστρατείες κινητοποίησης ψηφοφόρων και πολιτική επικοινωνία στις ανταγωνιστικές πολιτείες.
Η χρηματοδότηση αυτή έχει και επιχειρηματική διάσταση, καθώς ενδεχόμενες αλλαγές στον έλεγχο του Κογκρέσου θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συζήτηση γύρω από τα ομοσπονδιακά συμβόλαια εταιρειών, όπως η SpaceX, και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβερνητικής πολιτικής.
Οι Δημοκρατικοί επικρίνουν τη μεγάλη επιρροή των ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί επισημαίνουν ότι οι εκλογικές δαπάνες και οι νόμιμες δωρεές αποτελούν καθιερωμένο στοιχείο του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Τι αλλάζει εάν το Κογκρέσο περάσει στα χέρια των Δημοκρατικών
Το διακύβευμα της 3ης Νοεμβρίου ξεπερνά τις επιμέρους έδρες.
Εφόσον οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, θα μπορούν να καθορίζουν την ημερήσια διάταξη, να αναλαμβάνουν την προεδρία των κοινοβουλευτικών επιτροπών και να πραγματοποιούν έρευνες για τις κυβερνητικές αποφάσεις.
Παράλληλα, θα αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα διαπραγμάτευσης για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, τις δημόσιες δαπάνες και τη φορολογική πολιτική.
Εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν και τα δύο σώματα, ο Λευκός Οίκος θα συνεχίσει να διαθέτει ευνοϊκότερους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς για την προώθηση των νομοθετικών του προτεραιοτήτων, χωρίς αυτό να εξασφαλίζει αυτομάτως την ψήφιση κάθε πρότασης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ενδεχόμενο διαφορετικού κομματικού ελέγχου στη Βουλή και στη Γερουσία, καθώς θα απαιτούνται ευρύτερες συμφωνίες για σημαντικά νομοσχέδια.
Οι 21 ημέρες που απομένουν και το στοίχημα της αμερικανικής οικονομίας
Καθώς η προεκλογική εκστρατεία μπαίνει στην τελική ευθεία, η οικονομία αποτελεί ένα από τα βασικότερα ζητήματα πάνω στα οποία συγκρούονται τα δύο κόμματα.
Ο Τραμπ υπερασπίζεται τη φορολογική και ενεργειακή του πολιτική, ενώ οι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι οι κυβερνητικές επιλογές έχουν επιβαρύνει το κόστος ζωής.
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ προσθέτει μια ακόμη διάσταση, συνδέοντας άμεσα την οικονομική πολιτική με τις διεθνείς σχέσεις και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το αποτέλεσμα της αναμέτρησης θα καθορίσει τη σύνθεση του Κογκρέσου και θα επηρεάσει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον για το δεύτερο μισό της προεδρικής θητείας.
Στις 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί θα ψηφίσουν με φόντο την ακρίβεια, τις γεωπολιτικές συγκρούσεις και τις βαθιές πολιτικές διαφωνίες για την πορεία της χώρας. Το κατά πόσο αυτά τα ζητήματα θα μεταβάλουν τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς θα το κρίνει τελικά η κάλπη.




