Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι νεότερες εικόνες από τους ταμιευτήρες του Μόρνου και της Υλίκης, τις κυριότερες πηγές υδροδότησης της Αττικής, εντείνοντας τον προβληματισμό ότι η ξηρασία των τελευταίων ετών έχει φέρει την πρωτεύουσα στο πρόθυρα οξείας κρίσης λειψυδρίας.
Αυτοψίες από συνεργεία της ΕΥΔΑΠ με τη χρήση drones φανερώνουν τη ραγδαία μείωση της στάθμης του νερού. Μεγάλες εκτάσεις που πριν από δύο έως τρία χρόνια ήταν μέρος του βυθού αποτελούν πλέον όχθες των δύο λιμνών, καταδεικνύοντας τη μεγάλη υποχώρηση των υδάτων, ενώ στα αβαθή του Μόρνου ξεπροβάλλουν τα άλλοτε βυθισμένα ερείπια του εγκαταλειμμένου χωριού Κάλλιο.
Σύμφωνα με τις νεότερες μετρήσεις, ο Μόρνος έχει χάσει άνω του 40% των αποθεμάτων του σε μία διετία, με αποτέλεσμα η επιφάνεια της λίμνης να μειωθεί σχεδόν στο μισό, ενώ στην Υλίκη η ποσότητα του νερού του μειωθεί κατά 40% μόλις σε ένα έτος. Στη συρρίκνωση του όγκου του νερού συμβάλλει και η κλιματική αλλαγή, καθώς οι άνυδροι χειμώνες και η έλλειψη χιονιού στις βουνοκορφές οδηγούν στο στέρεμα των ρυακιών και που ανανεώνουν φυσικά το απόθεμα λιμνών και ποταμών.
Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτοί οι παράγοντες που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση. Το 2024 η κατανάλωση του νερού στην Αττική αυξήθηκε κατά 6% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, επιτείνοντας το πρόβλημα και επιταχύνοντας την εξέλιξή του.
Παρά τις προειδοποιήσεις για λελογισμένη κατανάλωση νερού, πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής έδειξε ότι η πλειονότητα των Ελλήνων αναγνωρίζει ως σοβαρό το πρόβλημα της λειψυδρίας, ωστόσο το ποσοστό όσων έχουν επίγνωση του προβλήματος πέφτει στο μισό όταν καλούνται να απαντήσουν εάν επηρεάζει την περιοχή όπου κατοικούν οι ίδιοι.
Επιστημονική εξήγηση για το ότι οι ισχυρές βροχοπτώσεις των τελευταίων ημερών δεν συνεισφέρουν ιδιαίτερα στην άνοδο της στάθμης των υδάτων σε Μόρνο και Υλίκη έδωσε σήμερα Τετάρτη ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ και καθηγητής Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευθύμιος Λέκκας, μιλώντας στον ΣΚΑΪ. «Οι ταμιευτήρες γεμίζουν ουσιαστικά από την απορροή, από επιφανειακά νερά που απορρέουν στη λεκάνη, κυρίως όμως γεμίζουν με το αργό λιώσιμο του χιονιού που πιθανώς να έχουμε το επόμενο διάστημα» σημείωσε ο κ. Λέκκας, προσθέτοντας ότι το νερό της βροχής που δεν πέφτει απευθείας στους ταμιευτήρες -χρειάζεται αρκετά μεγάλο χρόνο ώστε να εμπλουτίσει τους υπόγειους υδροφορείς, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά- και απαιτείται ακόμη περισσότερος χρόνος ώστε να αντληθεί.
Ο κ. Λέκκας στάθηκε και σε λύσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν για την καλύτερη συγκράτηση νερού, ώστε να αξιοποιηθεί στην κατανάλωση. Μία δυνητική λύση είναι μικρά φράγματα ή οι μικροί ταμιευτήρες, που μπορούν να καθυστερήσουν το νερό, ώστε να μπορέσει να κατεισδύσει στο υπέδαφος και να εμποτιστούν οι υδροφόροι ορίζοντες.
Δεύτερη λύση μπορεί να αποτελέσει η αφαλάτωση, που, όπως τόνισε ο καθηγητής, τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί πάρα πολύ. Ωστόσο, παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια ως προς την κατανάλωση ρεύματος από αυτές τις μονάδες, παραμένουν ενεργοβόρες, ενώ ούτε το περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους είναι αμελητέο, όπως τόνισε ο κ. Λέκκας. Ο καθηγητής συμπλήρωσε ότι άλλος ένας παράγοντας που μπορεί να βοηθήσει είναι ο περιορισμός των απωλειών νερού στα δίκτυα υδροδότησης, αν και παραδέχτηκε ότι δεν είναι εύκολο να αντικατασταθούν όλα τα δίκτυα.
Τελευταίο ζητούμενο είναι η απόκτηση «συνείδησης κατανάλωσης», τόσο στις πόλεις όσο και στον αγροτικό τομέα, τόνισε ο κ. Λέκκας. «Το νερό, όταν το έχουμε, το σπαταλάμε, όταν δεν το έχουμε, δημιουργεί τεράστια προβλήματα» ανέφερε χαρακτηριστικά.








