Σχεδόν 4 δισ. άνθρωποι ενδέχεται να εκτεθούν σε συνθήκες ακραίας ζέστης έως το 2050

Δισεκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να ζήσουν σε συνθήκες ακραίας ζέστης παγκοσμίως έως τα μέσα του αιώνα, κυρίως σε αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμη και σε κράτη με παραδοσιακά ψυχρό κλίμα, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.

Η ζήτηση για μέσα ψύξης θα αυξηθεί «δραματικά» σε μεγάλες χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδονησία και η Νιγηρία, όπου εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι δεν διαθέτουν κλιματισμό ή άλλους τρόπους προστασίας από τη ζέστη, σύμφωνα με νέα έρευνα που παρουσιάζει το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Ωστόσο, ακόμη και μια μέτρια αύξηση των ημερών με υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να έχει «σοβαρό αντίκτυπο» σε χώρες που δεν είναι συνηθισμένες σε τέτοιες συνθήκες, όπως ο Καναδάς, η Ρωσία και η Φινλανδία, σύμφωνα με επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Σε νέα μελέτη τους, οι ερευνητές εξέτασαν διαφορετικά σενάρια υπερθέρμανσης του πλανήτη, προκειμένου να προβλέψουν πόσο συχνά οι άνθρωποι στο μέλλον θα εκτίθενται σε θερμοκρασίες που θεωρούνται υπερβολικά ζεστές ή ψυχρές.

Όπως διαπίστωσαν, ο πληθυσμός που θα βιώνει ακραίες συνθήκες ζέστης αναμένεται σχεδόν να διπλασιαστεί έως το 2050, εάν η μέση παγκόσμια θερμοκρασία αυξηθεί κατά 2°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Το μεγαλύτερο μέρος των επιπτώσεων, ωστόσο, αναμένεται ήδη μέσα στην τρέχουσα δεκαετία, καθώς ο κόσμος πλησιάζει γρήγορα το όριο του 1,5°C, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο επικεφαλής συντάκτης της μελέτης Χεσούς Λιζάνα, συμπληρώνοντας: «Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ανάγκη προσαρμογής στην ακραία ζέστη είναι πιο επείγουσα απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα… Νέες υποδομές, όπως βιώσιμα συστήματα κλιματισμού ή παθητικής ψύξης, πρέπει να αναπτυχθούν μέσα στα επόμενα χρόνια, ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να αντέξουν την επικίνδυνη ζέστη».

Η παρατεταμένη έκθεση σε ακραία θερμότητα μπορεί να υπερφορτώσει τους φυσικούς μηχανισμούς ψύξης του ανθρώπινου σώματος, προκαλώντας συμπτώματα που κυμαίνονται από ζάλη και πονοκεφάλους έως οργανική ανεπάρκεια και θάνατο. Συχνά αποκαλείται «σιωπηλός δολοφόνος», καθώς οι περισσότεροι θάνατοι από ζέστη συμβαίνουν σταδιακά, όταν οι υψηλές θερμοκρασίες και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες υπονομεύουν τον εσωτερικό «θερμοστάτη» του οργανισμού.

Η κλιματική αλλαγή καθιστά τους καύσωνες πιο συχνούς, πιο έντονους και μεγαλύτερης διάρκειας, ενώ η πρόσβαση σε μέσα ψύξης -ιδίως στον κλιματισμό- θα είναι κρίσιμη στο μέλλον.

«Επικίνδυνα απροετοίμαστοι»

Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Sustainability, εκτιμά ότι 3,79 δισ. άνθρωποι παγκοσμίως θα μπορούσαν να εκτεθούν σε ακραία ζέστη έως τα μέσα του αιώνα.

Αυτό θα αυξήσει «δραματικά» τη ζήτηση ενέργειας για ψύξη στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου και θα καταγραφούν οι σοβαρότερες επιπτώσεις στην υγεία. Μεταξύ των χωρών με τον μεγαλύτερο πληθυσμό που θα επηρεαστεί συγκαταλέγονται η Ινδία, οι Φιλιππίνες και το Μπανγκλαντές.

Η μεγαλύτερη αύξηση στις λεγόμενες «ημέρες ψύξης» -θερμοκρασίες τόσο υψηλές που απαιτούν κλιματισμό ή ανεμιστήρες- αναμένεται σε τροπικές και ισημερινές χώρες, ιδίως στην Αφρική.

Η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, η Νιγηρία, το Νότιο Σουδάν, το Λάος και η Βραζιλία συγκαταλέγονται στις χώρες με τη μεγαλύτερη αύξηση επικίνδυνα υψηλών θερμοκρασιών.

«Με απλά λόγια, οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα σηκώσουν το μεγαλύτερο βάρος αυτής της τάσης προς όλο και πιο ζεστές ημέρες» δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο η επιστήμονας αστικού κλίματος και εκ των συντακτών της μελέτης Ραντίκα Κόσλα, προσθέτοντας ότι και οι πλουσιότερες χώρες με παραδοσιακά ψυχρό κλίμα «αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα, ακόμη κι αν πολλοί δεν το έχουν συνειδητοποιήσει».

Χώρες όπως ο Καναδάς, η Ρωσία και η Φινλανδία ενδέχεται να δουν σημαντική μείωση στις «ημέρες θέρμανσης» -θερμοκρασίες αρκετά χαμηλές ώστε να απαιτείται θέρμανση εσωτερικών χώρων- σε ένα σενάριο αύξησης κατά 2°C.

Ακόμη και έτσι, μια μέτρια άνοδος της ζέστης θα γίνεται πιο έντονα αισθητή σε χώρες που δεν έχουν σχεδιαστεί για υψηλές θερμοκρασίες, επισημαίνουν οι ερευνητές. Σε αυτές, τα σπίτια και τα κτίρια κατασκευάζονται συνήθως για να μεγιστοποιούν την ηλιοφάνεια και να περιορίζουν τον αερισμό, ενώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς συχνά λειτουργούν χωρίς κλιματισμό.

Ορισμένες χώρες με ψυχρό κλίμα μπορεί αρχικά να δουν μείωση στους λογαριασμούς θέρμανσης, όμως με την πάροδο του χρόνου τα οφέλη αυτά πιθανότατα θα αντικατασταθούν από αυξημένα κόστη ψύξης, ακόμη και στην Ευρώπη, όπου ο κλιματισμός παραμένει σχετικά σπάνιος.

Πηγή: lifo.gr