«Παγώνουν» οι λογαριασμοί του προέδρου της ΓΣΕΕ Γ. Παναγόπουλου – «Σοβαρές ενδείξεις» για υπεξαίρεση

Εντολή για «πάγωμα» των τραπεζικών λογαριασμών του πρόεδρου της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλου έδωσε ο επικεφαλής της Αρχής για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, πρώην αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης.

Το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής έχει διαβιβαστεί στον εισαγγελέα με ενδείξεις για τη διάπραξη των κακουργημάτων της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Στην υπόθεση εμπλέκονται ακόμα έξι φυσικά πρόσωπα και έξι εταιρείες, για τις οποίες επίσης έχει διαταχθεί δέσμευση λογαριασμών τους, ενώ -σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες- η δέσμευση αφορά και δύο ακίνητα των ελεγχόμενων προσώπων.

Ο γνωστός συνδικαλιστής με την ιδιότητά του ως πρόεδρος τριών κέντρων και ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης φέρεται ότι -με τη συνδρομή και άλλων φυσικών προσώπων- υπεξαιρούσε χρήματα που προορίζονταν για τέτοιου είδους προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Αντικείμενο της έρευνας που διενήργησε η Αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος αποτέλεσαν οι χρηματοδοτήσεις που υπερβαίνουν το ποσό των συνολικά 73 εκατ. ευρώ, οι οποίες ελήφθησαν τη χρονική περίοδο από το 2020 έως και το 2025 από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους, ενώ η έρευνα διερεύνησε και τον τρόπο διάθεσης αυτών των κονδυλίων.

Όπως επισημαίνεται στο σχετικό πόρισμα της Αρχής προς την αρμόδια εισαγγελική Αρχή, από την ενδελεχή αξιολόγηση και την ανάλυση των οικονομικών δεδομένων, και ιδίως από την ανάλυση της χρηματοοικονομικής δραστηριότητας των εμπλεκομένων προσώπων και εταιρειών, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αξιοποίνων πράξεων από τα πρόσωπα που βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της Αρχής.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πληροφορίες, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι το κορυφαίο στέλεχος της συνδικαλιστικής ομοσπονδίας προέβη στην υπεξαίρεση χρηματικών κεφαλαίων που προέρχονταν από επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις του ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μάλιστα, η Αρχή αποτύπωσε στο πόρισμα την τακτική που ακολουθούσε ο φερόμενος πρωταγωνιστής αυτής της υπόθεσης, προχωρώντας σε απευθείας αναθέσεις ή αναθέσεις μέσω διαγωνισμών των δημόσιων έργων σε συγκεκριμένες εταιρείες, καθώς και σε άλλες ενδιάμεσες εταιρείες, στις οποίες διοχετεύε συστηματικά κεφάλαια και οι οποίες εναλλάσσονταν μεταξύ τους ως ανάδοχοι των έργων.

Στην περίπτωση των αναθέσεων με διαγωνισμό παρατηρήθηκε ότι σε όλες οι ελεγχόμενες εταιρείες συμμετείχαν εναλλάξ για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα σε πολλούς διαγωνισμούς για την ανάληψη του έργου και φυσικά επιλέγονταν ως ανάδοχοι από την αρμόδια επιτροπή, στην οποία πρόεδρος ήταν ο ίδιος ο συνδικαλιστής.

Από την έρευνα διαπιστώθηκε ακόμη ότι ορισμένες από τις εταιρείες δεν παρουσίαζαν καν δραστηριότητα, στερούνταν της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και του προσωπικού για την υλοποίηση των έργων και μέρος των κονδυλίων αναλαμβανόταν με τη μορφή μετρητών απευθείας, γεγονός που κατά την Αρχή δείχνει ότι είχαν τον ρόλο των εταιρειών-οχημάτων.

Η τακτική αυτή εκτιμάται ότι ακολουθήθηκε για την πρόσδοση αληθοφάνειας και νομιμοφάνειας σε συναλλαγές ύψους τουλάχιστον 577.000€ για την παροχή δήθεν υπηρεσιών εκ μέρους των εταιρείων, γεγονός που στοιχειοθετεί τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και μεθοδευμένη στην κάλυψη της πραγματικής διάθεσης των πόρων των συμβάσεων.

Επιπλέον, διαπιστώθηκαν εκτεταμένες μεταφορές χρηματικών ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς των συνδεδεμένων φυσικών προσώπων που στερούνταν νόμιμης αιτιολογίας όπως και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών που ξεπερνούν το 1,5 εκατομμύριο και καταδεικνύουν τη μεθόδευση της απόκρυψης της προέλευσης και της τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων. Οι αναλήψεις αυτές δημιουργούν -κατά την Αρχή- σοβαρές η υπόνοιες ότι τα ποσά περιέρχονταν εν τέλει στην κατοχή του ελεγχόμενου συνδικαλιστή και των αλλαγών ελεγχόμενων προσώπων.