Βαλλιστικοί πύραυλοι και drones εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων – Η Ιορδανία ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε οκτώ πυραύλους – Η Τεχεράνη απειλεί με ακόμη σφοδρότερη απάντηση σε περίπτωση νέας αμερικανικής επίθεσης
Σε νέα επικίνδυνη φάση εισέρχεται η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καθώς Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες αντάλλαξαν πλήγματα έπειτα από περίπου έναν μήνα σχετικής αποκλιμάκωσης.
Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν τα ξημερώματα της Δευτέρας 31 Αυγούστου ότι εξαπέλυσαν επίθεση με βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον εγκαταστάσεων του αμερικανικού στρατού στην Ιορδανία.
Κατά την ιρανική πλευρά, η επιχείρηση αποτέλεσε άμεση απάντηση στους βομβαρδισμούς που πραγματοποίησαν οι αμερικανικές δυνάμεις στο στρατηγικής σημασίας νησί Λαράκ, κοντά στα Στενά του Ορμούζ.
Στόχος των ιρανικών επιθέσεων φέρεται να ήταν δύο βάσεις στην Ιορδανία, στις οποίες βρίσκονται αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις και μέσα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση των Φρουρών της Επανάστασης, επλήγησαν τεχνικές εγκαταστάσεις, χώροι συντήρησης και σημεία όπου ήταν σταθμευμένα αεροσκάφη.
Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει σαφής επίσημη εικόνα για ενδεχόμενες απώλειες ή ζημιές στις αμερικανικές εγκαταστάσεις.
Η Ιορδανία ανακοίνωσε την κατάρριψη οκτώ πυραύλων
Οι ένοπλες δυνάμεις της Ιορδανίας ανακοίνωσαν ότι εντόπισαν και κατέρριψαν οκτώ πυραύλους, οι οποίοι είχαν εισέλθει στον εναέριο χώρο της χώρας.
Στην ανακοίνωση δεν διευκρινίστηκε αρχικά το σημείο από το οποίο εκτοξεύτηκαν. Η επιχείρηση αναχαίτισης, ωστόσο, πραγματοποιήθηκε λίγη ώρα μετά τη γνωστοποίηση από την Τεχεράνη ότι είχαν στοχοποιηθεί αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο χασεμιτικό βασίλειο.
Η εμπλοκή της Ιορδανίας στην αναχαίτιση των πυραύλων διευρύνει επικίνδυνα το γεωγραφικό πεδίο της σύγκρουσης, καθώς μία ακόμη χώρα της περιοχής βρίσκεται πλέον άμεσα αντιμέτωπη με τις συνέπειες της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης.
Τα αμερικανικά πλήγματα στο νησί Λαράκ
Η νέα κλιμάκωση άρχισε όταν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις βομβάρδισαν θέσεις στο ιρανικό νησί Λαράκ. Πρόκειται για τα πρώτα μεγάλα πλήγματα των ΗΠΑ εναντίον ιρανικών στόχων έπειτα από περίπου έναν μήνα σχετικής ηρεμίας.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, γνωστή ως CENTCOM, ανακοίνωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν δύο ιρανικούς εκτοξευτήρες πυραύλων.
Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της CENTCOM, πλοίαρχο Τιμ Χόκινς, μέλη των Φρουρών της Επανάστασης είχαν εντοπιστεί να προετοιμάζονται για την εκτόξευση πυραύλων που μετέφεραν θαλάσσιες νάρκες προς τα Στενά του Ορμούζ.
Η Ουάσιγκτον παρουσιάζει, επομένως, την επιχείρηση ως προληπτικό πλήγμα για την αποτροπή νέας απειλής σε ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη.
Από την πλευρά τους, οι Φρουροί της Επανάστασης υποστήριξαν ότι οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί προκάλεσαν νεκρούς και τραυματίες, χωρίς να δημοσιοποιήσουν συγκεκριμένο απολογισμό.
Η προειδοποίηση της Τεχεράνης για ισχυρότερα αντίποινα
Μετά την πυραυλική και αεροπορική επίθεση εναντίον των αμερικανικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία, η Τεχεράνη προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα επιθετική ενέργεια θα προκαλέσει ακόμη ισχυρότερη απάντηση.
Η προειδοποίηση αυτή αυξάνει την ανησυχία για έναν νέο κύκλο διαδοχικών επιθέσεων, στον οποίο κάθε πλήγμα θα χρησιμοποιείται ως αιτιολογία για το επόμενο.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα εύθραυστη, καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εκτυλίσσονται στην ευρύτερη περιοχή των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου.
Στο επίκεντρο ξανά τα Στενά του Ορμούζ
Το νησί Λαράκ βρίσκεται σε εξαιρετικά ευαίσθητο γεωστρατηγικό σημείο, κοντά στην είσοδο των Στενών του Ορμούζ. Οποιαδήποτε στρατιωτική αναμέτρηση στην περιοχή μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας αλλά και τις διεθνείς τιμές της ενέργειας.
Οι φόβοι εντείνονται μετά τον αμερικανικό ισχυρισμό ότι οι ιρανικοί εκτοξευτήρες συνδέονταν με πυραύλους που μετέφεραν θαλάσσιες νάρκες. Ενδεχόμενη ναρκοθέτηση ή σοβαρή διατάραξη της κυκλοφορίας στα Στενά θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλες ανατροπές στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου και στη διεθνή ναυτιλία.
Η νέα ανταλλαγή πληγμάτων αποδεικνύει ότι η περίοδος σχετικής αποκλιμάκωσης δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική πολιτική διέξοδο. Με τις δύο πλευρές να προειδοποιούν ότι θα απαντήσουν σε κάθε νέα επίθεση, ο κίνδυνος μιας ευρύτερης περιφερειακής ανάφλεξης επιστρέφει στο προσκήνιο.





