Η χρηματοδότηση των ορυκτών καυσίμων εξακολουθεί να αξιοποιεί άμεσα και έμμεσα κίνητρα ή τουλάχιστον την έλλειψη αντικινήτρων στον τραπεζικό τομέα. Πριν από λίγες ημέρες καταψηφίστηκε η πρόταση να εισαχθεί στην Ε.Ε. νομοθετική ρύθμιση η οποία θα αναγκάζει τις τράπεζες που χρηματοδοτούν ορυκτά καύσιμα να αυξήσουν τα ειδικά κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας τους εάν δεν επιτύχουν τους μεταβατικούς στόχους τους.
Πρόκειται για μία πρόταση που είχαν υποστηρίξει εκπρόσωποι της αγοράς και οργανώσεις η οποία απέβλεπε στην αυστηροποίηση του πλαισίου στον κλάδο με στόχο να πιεστούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να μειώσουν τη δανειοδότηση των επιχειρήσεων που δεν επιδίδονται σε «πράσινες» επενδύσεις.
Εάν τα συγκεκριμένα νομοθετικά σχέδια γίνονταν δεκτά, αυτό θα μπορούσε να καταστήσει σημαντικά πιο ακριβή για τις τράπεζες τη χρηματοδότηση έργων ορυκτών καυσίμων. Όμως το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής ψηφοφορίας της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON) απέκλεισε -σε αυτή τουλάχιστον τη φάση- αυτό το ενδεχόμενο. Έτσι, οι τράπεζες δεν θα είναι υποχρεωμένες να βάζουν στην άκρη ένα ευρώ από τα δικά τους κεφάλαια για κάθε ευρώ που χρηματοδοτεί νέα έρευνα ή παραγωγή ορυκτών καυσίμων για να απορροφήσει τυχόν απώλειες.
Το αποτέλεσμα αντίκειται στη στρατηγική που υποστηρίζουν κάποιοι πράσινοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί που υπερασπίστηκαν το λεγόμενο ρυθμιστικό πρότυπο «one for one» τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τη δική τους θέση, οι υφιστάμενοι κανόνες δεν αντικατοπτρίζουν τους πραγματικούς κινδύνους χρηματοδότησης των ορυκτών καυσίμων, επιτρέποντας στις τράπεζες να απολαμβάνουν τεχνητές αποδόσεις ενώ βασίζονται σε χρηματοδοτούμενα προγράμματα διάσωσης για την κάλυψη ζημιών.
Πριν από την ψηφοφορία, μεγάλες ΜΚΟ προειδοποίησαν τους ευρωβουλευτές ότι η έκθεση στα ορυκτά καύσιμα δεν συνάδει με τους διεθνείς κλιματικούς στόχους ενώ οι φορολογούμενοι πολίτες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με δυσάρεστες συνέπειες.
Το προτεινόμενο πρότυπο «one for one» θεωρείται μία από τις πιο κρίσιμες διατάξεις που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα την ώρα που οι νομοθέτες της Ε.Ε. εργάζονται ώστε να ολοκληρώσουν την εφαρμογή των διεθνών τραπεζικών μεταρρυθμίσεων.
Οι αντιδράσεις
Ωστόσο, επιχειρήσεις του κλάδου αντέταξαν επιχειρήματα κατά της πρότασης.
Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Τραπεζών (EBF), από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η επιβολή υψηλότερων κεφαλαιακών απαιτήσεων για δάνεια στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων θα ενισχύσει το κόστος του κεφαλαίου και θα μειώσει τη συνολική δανειοδοτική ικανότητα των τραπεζών, ενώ δεν θα μειώσει τη ζήτηση για δραστηριότητες ορυκτών καυσίμων.
Η EBF είπε επίσης ότι η απαίτηση για επιπλέον αποθεματικά για το κλίμα θα ωθήσει τη χρηματοδότηση «ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για τις σκιώδεις τράπεζες και τις τράπεζες εκτός Ε.Ε.».
Οι παγκόσμιες ρυθμιστικές Αρχές προειδοποιούν ήδη ότι ο κλιματικός κίνδυνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά από τον οικονομικό κίνδυνο. Η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας δήλωσε τον Δεκέμβριο ότι «οι χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με το κλίμα μπορούν να επηρεάσουν την έκθεση των τραπεζών στον πιστωτικό κίνδυνο μέσω των αντισυμβαλλομένων τους». Οι τράπεζες θα πρέπει να ακολουθήσουν μια «συντηρητική προσέγγιση» για να διασφαλίσουν ότι τα αποθεματικά κεφαλαίου είναι επαρκή για την απορρόφηση πιθανών ζημιών, ανέφερε.








