Επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Ε.Ε. ή συνεργάζονται με ευρωπαϊκά κράτη έχουν επανειλημμένως αναδείξει το πρόβλημα της γραφειοκρατίας και της έλλειψης κινήτρων. Για παράδειγμα, μεγάλοι κατασκευαστές αιολικής και ηλιακής ενέργειας επέκριναν το καθεστώς χρηματοδότησης της Ε.Ε. ότι είναι πολύ περίπλοκο και επεσήμαναν ότι τα φορολογικά κίνητρα στις ΗΠΑ ενεργοποιούνται αυτόματα, καθιστώντας τα πιο ελκυστικά.
Προς αυτή την κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκπονήσει σχέδια για την απλούστευση και την επιτάχυνση της πρόσβασης των εταιρειών σε φορολογικές εκπτώσεις, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει την έξοδο των εταιρειών από την Ε.Ε.
Συγκεκριμένα, δρομολογεί ένα σχέδιο για την απλοποίηση των κανόνων που επιτρέπουν ταχύτερες εγκρίσεις για έργα κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Προτείνει επίσης τον καθορισμό πιο φιλόδοξων στόχων για την πράσινη βιομηχανική ικανότητα έως το 2030, δημιουργώντας μία πιο σαφή πολιτική γραμμή.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο βιομηχανικός τομέας πρέπει να επενδύσει 170 δισ. ευρώ έως το 2030 σε εργοστάσια παραγωγής ηλιακής ενέργειας, αιολικής ενέργειας, μπαταριών, αντλιών θερμότητας και πράσινου υδρογόνου.
Για να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να φτάσουν σε αυτό το ποσό, εξετάζει το ενδεχόμενο να προτείνει ένα προσωρινό πλαίσιο αξιολόγησης και μετάβασης που θα επέτρεπε μεγαλύτερη βοήθεια για πιο κρίσιμες καθαρές τεχνολογίες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πέρα από αυτό που επιτρέπουν οι τρέχοντες κανόνες της Ε.Ε. για τις κρατικές ενισχύσεις.
Μέρος του σχεδίου είναι να αυξηθεί το όριο της λεγόμενης «απαλλαγής κατά κατηγορίες» (ενός κανονισμού που επιδιώκει να καταστεί δυνατό να δίδονται από τις κυβερνήσεις της Ε.Ε., υψηλότερα ποσά δημοσίου χρήματος σε ευρύτερο φάσμα εταιρειών, χωρίς να οφείλουν να ζητήσουν πρότερη άδεια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή), διευκολύνοντας τις κυβερνήσεις να επιδοτούν την παραγωγή υδρογόνου, την τεχνολογία δέσμευσης άνθρακα, την ενεργειακή απόδοση και τον εξηλεκτρισμό των μεταφορών.
Βέβαια, η ευρωπαϊκή αυτή πρωτοβουλία θα μπορούσε να προκαλέσει διαμάχη εντός της Ε.Ε., καθώς οι πλουσιότερες χώρες όπως η Γερμανία θα μπορούσαν να καταλήξουν να υπερβαίνουν τις δαπάνες των χωρών του Νότου, οι οποίες έχουν περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.








