Οι διεθνείς επιχειρήσεις αλλάζουν τις προτεραιότητές τους φέρνοντας στην πρώτη θέση τη βιωσιμότητα και στη δεύτερη θέση τις αποδόσεις, καθώς γίνεται πλέον αντιληπτό ότι η αειφόρος ανάπτυξη αποτελεί πλέον προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης.
Σε έρευνά της η Futurum Research αποκαλύπτει ότι ενώ η ενεργειακή απόδοση και η βιωσιμότητα παραμένουν κορυφαίες επιχειρηματικές προτεραιότητες, οι οργανισμοί μετατοπίζουν την εστίασή τους από την τροποποίηση των λειτουργικών διαδικασιών στην επίτευξη μεγαλύτερης ισορροπίας αξιοποιώντας λύσεις που βασίζονται στην τεχνολογία.
Στη δεύτερη έκδοση της έκθεσης, που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τη Honeywell, συμμετείχαν περισσότερα από 750 ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων σε μεγάλους οργανισμούς σε όλο τον κόσμο και σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας. Αυτή η τελευταία έρευνα για το πρώτο τρίμηνο του 2023 αποκάλυψε ότι τους επόμενους 12 μήνες, οι οργανισμοί ανέφεραν ότι πραγματοποιούν αλλαγές στρατηγικής βιωσιμότητας με στόχο τη χρήση πιο αποτελεσματικής ή βιώσιμης τεχνολογίας.
Ο δείκτης περιβαλλοντικής βιωσιμότητας εστιάζει σε τέσσερις κύριες προσεγγίσεις: την ενεργειακή απόδοση, τη μείωση εκπομπών, την πρόληψη της ρύπανσης και την ανακύκλωση.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, σχεδόν το 50% των οργανισμών υποστηρίζουν ότι ήταν εξαιρετικά επιτυχημένοι στην επίτευξη των στόχων τους για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα τους τελευταίους 12 μήνες, ειδικά όσον αφορά στα προγράμματα ανακύκλωσης. Η περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού ηγείται στην ενεργειακή απόδοση, ενώ οι χώρες της EMEA και η Λατινική Αμερική ανέφεραν θετικά επιτεύγματα με προγράμματα μείωσης των εκπομπών.
Τους επόμενους έξι μήνες, οι επιχειρήσεις προσδιόρισαν τις προτεραιότητές τους θέτοντας τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης (71%), τον ψηφιακό μετασχηματισμό (56%) και την ανάπτυξη της αγοράς (47%) ως τις τρεις κορυφαίες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Από την άλλη, χαμηλότερα στην κατάταξη σε σχέση με την προηγούμενη τριμηνιαία έρευνα έπεσαν οι πρωτοβουλίες για τις χρηματοοικονομικές επιδόσεις (από 62% σε 46%) και η ανάπτυξη εργατικού δυναμικού/ταλέντου (από 46% σε 37%).
Εκτός από την εστίαση σε μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση που αξιοποιεί την αλλαγή της διαδικασίας και τη νέα τεχνολογία, οι μισοί από τους οργανισμούς που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι σχεδιάζουν να αυξήσουν τις δαπάνες κατά περισσότερο από 20% για τη μείωση των εκπομπών τους επόμενους 12 μήνες.
Όπως φαίνεται, παρά τις παγκόσμιες μακροοικονομικές ανησυχίες για οικονομική ύφεση, γεωπολιτική αστάθεια και ευρέως αναφερόμενες απολύσεις στον κλάδο της τεχνολογίας, οι εταιρείες παραμένουν δεσμευμένες να επενδύουν σε αποτελεσματικές τεχνολογικές λύσεις που μπορούν να επιτύχουν στόχους περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και να συμβάλουν στη σημαντική μείωση του αποτυπώματος άνθρακα για την ελαχιστοποίηση ή την εξάλειψη επιχειρήσεις και καταναλωτές που συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή.








