Η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να φτάσει τα 100 δολάρια στους επόμενους μήνες καθώς οι παγκόσμιες επενδύσεις στην έρευνα και παραγωγή υδρογονανθράκων είναι χαμηλότερες από το ελάχιστο που απαιτείται για να συμβαδίσει με τη ζήτηση (κατά 140 δισεκατομμύρια δολάρια φέτος). Και η παραγωγή των ΗΠΑ δεν δείχνει να ενισχύει τις διαθέσιμες ποσότητες καθώς τα αποθέματα αργού αυξάνονται με πολύ βραδύ ρυθμό, τόσο που το περιθώριο μεταξύ κατανάλωσης και παραγωγής θα μειωθεί σε μόλις 350.000 βαρέλια την ημέρα το επόμενο έτος από 630.000 το 2023, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ.
Οι επιχειρήσεις διστάζουν να επενδύσουν σε έργα με μακροπρόθεσμες αποδόσεις όπως είναι οι εξορύξεις. Δεδομένου ότι τα στελέχη σε όλα τα επίπεδα επιμένουν τώρα ότι η χρηματοδότηση μερισμάτων και εξαγορών έχει προτεραιότητα έναντι της άντλησης επιπλέον αργού για να καταπνίξει τη δυσαρέσκεια των καταναλωτών έναντι των υψηλότερων τιμών της αντλίας. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα σε λίγους μήνες, καθώς η κινεζική ζήτηση επιταχύνεται και η παγκόσμια κατανάλωση καυσίμου φτάνει στο υψηλό όλων των εποχών.
Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί στην παγκόσμια αγορά είναι ότι οι επενδυτές στο πετρέλαιο λαμβάνουν μερίσματα ύψους 128 δισεκατομμυρίων δολαρίων καθώς αυξάνονται οι αμφιβολίες για τα ορυκτά καύσιμα. Και αυτό επειδή οι μέτοχοι που οραματίζονται την επικείμενη κορύφωση της ζήτησης πετρελαίου επιζητούν στροφή σε βραχυπρόθεσμες αποδόσεις και όχι σε μακροπρόθεσμα έργα που κινδυνεύουν να καταστούν λανθάνοντα περιουσιακά στοιχεία.
Πλέον, στελέχη πετρελαίου που τα προηγούμενα χρόνια βραβεύτηκαν για επενδύσεις σε γιγάντια, μακροπρόθεσμα ενεργειακά έργα είναι τώρα έτοιμα να διοχετεύσουν μετρητά σε επενδυτές που είναι όλο και πιο πεπεισμένοι ότι το η εποχή των ορυκτών καυσίμων φθάνει προς το τέλος της.
Για πρώτη φορά κατά την τελευταία δεκαετία, ο αμερικανικός κλάδος του upstream ξόδεψε πέρυσι περισσότερα σε αγορές μετοχών και μερίσματα παρά σε κεφαλαιουχικές δαπάνες, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Bloomberg. Ο αριθμός των συνδυασμένων πληρωμών ύψους 128 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε 26 εταιρείες αποτελεί τον υψηλότερο από το 2012 και μάλιστα συνέβησαν σε μια χρονιά που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν απηύθυνε έκκληση στη βιομηχανία να αυξήσει την παραγωγή και να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες τιμές των καυσίμων. Για την Big Oil, η απόρριψη των άμεσων αιτημάτων της αμερικανικής κυβέρνησης μπορεί να μην ήταν ποτέ πιο κερδοφόρα.
Στο επίκεντρο της απόκλισης βρίσκεται η αυξανόμενη ανησυχία των επενδυτών ότι η ζήτηση για ορυκτά καύσιμα θα κορυφωθεί μόλις το 2030, παρακάμπτοντας την ανάγκη για μεγάλα έργα δισεκατομμυρίων δολαρίων που χρειάζονται δεκαετίες για να αποδώσουν. Με άλλα λόγια, τα διυλιστήρια πετρελαίου και οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με φυσικό αέριο – μαζί με τα πηγάδια που τα τροφοδοτούν – κινδυνεύουν να καταστούν λανθάνοντα περιουσιακά στοιχεία.








