Για καθαρές μηδενικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έχει δεσμευτεί έως το 2060 η Κίνα, η χώρα που εκπέμπει τις μεγαλύτερες ποσότητες αερίων θερμοκηπίου στον κόσμο. Η κίνηση αυτή είναι μια σημαντική μεταστροφή, καθώς η χώρα έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα για πολλές από τις ενεργειακές ανάγκες της. Για τον σκοπό αυτό, οι μεγάλες κρατικές εταιρείες ενέργειας έχουν αρχίσει να αυξάνουν τις επενδύσεις τους σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Τρεις εταιρείες, η China Petroleum and Chemical Corp ή Sinopec, η China National Offshore Oil Corp (CNOOC) και η PetroChina βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτών των επενδυτικών προσπαθειών, δρομολογώντας μια κοινή επένδυση 14,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε έργα ανανεώσιμων πηγών, για να διαφοροποιήσουν τα ενεργειακά τους χαρτοφυλάκια.
Ο πρόεδρος της Sinopec Μα Γιονγκσενγκ ανέφερε σχετικά: «Θέλουμε να γίνουμε ο κορυφαίος παίκτης της Κίνας στο υδρογόνο… Θα επεκτείνουμε τις επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κάθε χρόνο».
Η εταιρεία θέλει να γίνει ο κορυφαίος παίκτης της Κίνας στην αναδυόμενη αγορά υδρογόνου και προσανατολίζεται στο να επεκτείνει την υπάρχουσα υποδομή της για να δημιουργήσει περισσότερους σταθμούς υδρογόνου για οχήματα που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο καύσιμο.
Βάσει του εθνικού σχεδίου υδρογόνου της Κίνας θα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 50.000 οχήματα κυψελών καυσίμου στους δρόμους έως το 2025, από περίπου 12.000 στα τέλη του 2022, απαιτώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο σταθμών ανεφοδιασμού υδρογόνου. Η Sinopec έχει επίσης ξεκινήσει ένα έργο πράσινου υδρογόνου στην Εσωτερική Μογγολία για να τροφοδοτήσει μια μονάδα επεξεργασίας άνθρακα με στόχο τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα του εργοστασίου κατά περίπου 1,4 εκατομμύρια τόνους ετησίως.
Από την πλευρά της η CNOOC, με έμφαση στο παρελθόν στην υπεράκτια γεώτρηση, στρέφεται σε υπεράκτιες πλατφόρμες αιολικής ενέργειας επενδύοντας περίπου 15 έως 30 δισεκατομμύρια δολάρια σε νέες πηγές ενέργειας. Το πρώτο έργο της προς αυτή την κατεύθυνση περιλαμβάνει την κατασκευή της πλωτής πλατφόρμας αιολικής ενέργειας βαθέων υδάτων «Haiyou Guanlan», η οποία είναι προγραμματισμένο να αρχίσει να λειτουργεί τον Ιούνιο. Η αιολική πλατφόρμα, η οποία βρίσκεται σε απόσταση πάνω από 100 χιλιομέτρων από την ακτή της επαρχίας Χαϊνάν, προβλέπεται να παράγει 22 εκατομμύρια κιλοβατώρες ετησίως κατά μέσο όρο.
Ο διευθύνων σύμβουλος της CNOOC Ζου Ζινχουάι δήλωσε ότι η εταιρεία του θα διαθέσει το 5%-10% του ετήσιου προϋπολογισμού της σε νέες πηγές ενέργειας.
Τέλος, η PetroChina, ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κίνας, δημιούργησε έναν ερευνητικό κόμβο στη Σενζέν για να επικεντρωθεί σε νέες πηγές ενέργειας, με στόχο να επενδύει 10 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως έως το 2025. Η ενεργειακή εταιρεία επένδυσε περίπου 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια σε ηλιακή ενέργεια και άλλες ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένου του Xinjiang, όπου η επένδυσή της εξαπλασίασε τη συνολική της χωρητικότητα το 2022.
Η κίνηση της Κίνας προς τις μηδενικές εκπομπές άνθρακα δεν περιορίζεται μόνο στις κρατικές επιχειρήσεις, καθώς η κυβέρνηση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Οι κλάδοι της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας της Κίνας αναμένεται να φτάσουν το 28% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας έως το 2030 και το 81% έως το 2060, από 13% το 2022.
Η κυβέρνηση αύξησε επίσης τα οικονομικά κίνητρα για δημιουργία έργων ΑΠΕ και οι επενδύσεις σε αιολική και ηλιακή ενέργεια πιθανόν να ξεπεράσουν τα 600 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος αυτής της δεκαετίας.
Ωστόσο, αν και η κίνηση προς τις επενδύσεις σε έργα ΑΠΕ αντιπροσωπεύει μια νέα αρχή, παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις. Καθώς η χώρα απομακρύνεται από τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα, οι μεγάλες κρατικές ενεργειακές εταιρείες βρίσκονται υπό πίεση όσον αφορά στην προοπτική των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
Η μετάβαση έρχεται καθώς η Κίνα αντιμετωπίζει πρόβλημα έλλειψης ηλεκτρικής ενέργειας και έναν αυξανόμενο πληθωρισμό, που μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη των νέων πηγών ενέργειας.
Πάντως, οι κρατικοί ενεργειακοί κολοσσοί της χώρας φαίνονται αποφασισμένοι να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες που δημιουργούνται από την ενεργειακή μετάβαση της Κίνας, όχι μόνο για να μειώσουν τις εκπομπές αλλά και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους, να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στην αγορά, να εισέλθουν σε νέες αγορές και να βελτιώσουν την εταιρική εικόνα τους.
Πηγή: ot.gr







