Με αργούς ρυθμούς οι Ευρωπαίοι υιοθετούν πρότυπα βιώσιμης κατανάλωσης με τις συνήθειές τους να παραμένουν σε πολλούς τομείς αμετάβλητες εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό τη μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), η αύξηση της αποδοτικότητας στην παραγωγή μείωσε ορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά από μόνες τους είναι απίθανο να φέρουν την κατανάλωση της Ευρώπης σε βιώσιμο επίπεδο. Θα χρειαστεί βαθύτερος μετασχηματισμός των καταναλωτικών προτύπων.
Οι δύο εκθέσεις του οργανισμού με τίτλο «Πιέσεις στο περιβάλλον και στο κλίμα από την οικιακή κατανάλωση στην Ευρώπη» και «Συνθήκες και μονοπάτια για βιώσιμη και κυκλική κατανάλωση στην Ευρώπη» αναλύουν τις εξελίξεις στους όγκους κατανάλωσης στην Ευρώπη και εξετάζουν ευκαιρίες για να καταστεί η οικιακή κατανάλωση πιο κυκλική και βιώσιμη.
Η ανάλυση του ΕΟΠ δείχνει ότι οι περισσότερες περιβαλλοντικές πιέσεις από την οικιακή κατανάλωση στην Ευρώπη δεν έχουν αλλάξει σημαντικά από το 2000 έως το 2019: οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και οι εκπομπές ατμοσφαιρικών ρύπων μειώθηκαν, αλλά η χρήση γης, υλικών και νερού αυξήθηκε ή παρέμεινε σχετικά σταθερή. Την ίδια περίοδο, η κατανάλωση των νοικοκυριών στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 26%, με περίπου τα τρία τέταρτα των δαπανών να προορίζονται για τρόφιμα, στέγαση και υπηρεσίες.
Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι οι τρέχουσες τάσεις κατανάλωσης της Ευρώπης δεν είναι βιώσιμες, καθώς τα κέρδη αποδοτικότητας στην αλυσίδα αξίας της παραγωγής δεν φαίνεται να είναι αρκετά για να αντισταθμίσουν τα αυξανόμενα επίπεδα κατανάλωσης μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, πολλά οικοσυστήματα βρίσκονται ήδη υπό πίεση με αλυσιδωτές επιπτώσεις για την βιοποικιλότητα και το περιβάλλον.
Η μετάβαση προς μια πιο κυκλική οικονομία στην Ευρώπη, με περισσότερη επαναχρησιμοποίηση, λιγότερα απόβλητα και μεγαλύτερη εστίαση στη βιοποικιλότητα, μπορεί να μειώσει σημαντικά τις αρνητικές επιπτώσεις της κατανάλωσής μας. Αυτό απαιτεί ισχυρές πολιτικές, νέα επιχειρηματικά μοντέλα και αλλαγές στα πρότυπα κατανάλωσης.
Ο οργανισμός υπογραμμίζει ότι οι παραπάνω στόχοι μπορούν να επιτευχθούν με τη στροφή της κατανάλωσης σε προϊόντα και υπηρεσίες που χρησιμοποιούν λιγότερα υλικά ή ανανεώσιμες πηγές και ανακυκλωμένες πρώτες ύλες. Για παράδειγμα, η χρήση προϊόντων μεγαλύτερης διάρκειας ή ο περιορισμός της υπερκατανάλωσης και κυρίως η υιοθέτηση της «κυκλικής» λογικής στο σχεδιασμό των προϊόντων θα μπορούσαν να συντελέσουν προς αυτή την κατεύθυνση.








