Στα 115 δισ. αναμένεται να φθάσει η αγορά διαχείρισης υγρών αποβλήτων

Το μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς διαχείρισης υγρών αποβλήτων αναμένεται να φτάσει τα 114,87 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030, σύμφωνα με μια νέα έκθεση της Grand View Research, Inc. Ο σύνθετος ρυθμός ανάπτυξης συγκεκριμένης αγοράς αναμένεται να φθάσει το 2,3% κατά την περίοδο πρόβλεψης ενώ πρωταρχικό ρόλο στην επέκτασή της διαδραματίζει η αυξανόμενη χρήση νερού η οποία προβλέπεται ότι θα οδηγήσει στη δημιουργία υγρών αποβλήτων στον οικιακό και εμπορικό τομέα. Παράγοντες, όπως οι αυστηροί κανονισμοί σε συνδυασμό με τις συνεχείς επενδύσεις σε διάφορους κλάδους, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και τα πετροχημικά αναμένεται να οδηγήσουν τη ζήτηση για εξοπλισμό δευτεροβάθμιας επεξεργασίας λυμάτων, γεγονός που αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω τη ζήτηση για διαχείριση υγρών αποβλήτων.

Η αυτοκινητοβιομηχανία αναμένεται να αναπτυχθεί με ταχύτερους ρυθμούς και αυτό είναι λογικό εάν αναλογιστεί κανείς ότι παράγει μεγάλες ποσότητες υγρών λυμάτων και άλλων παρόμοιων αποβλήτων, όπως λιπαντικά, υγρά κιβωτίου ταχυτήτων και φρένων, ψυκτικά υγρά, διαλύτες και άλλα, αυξάνοντας έτσι τη ζήτηση.

Η αύξηση της κοινωνικής ευαισθητοποίησης σχετικά με την περιορισμένη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων, την αύξηση της βιωσιμότητας και τα μέτρα διατήρησης σε συνδυασμό με κανονισμούς που βοηθούν τις βελτιωμένες τεχνικές διαχείρισης απορριμμάτων αναμένεται να τροφοδοτήσουν νέες τεχνολογίες στον κλάδο. Οι κατασκευαστές σιδήρου και χάλυβα αναγκάζονται επίσης να συμμορφωθούν με τις στρατηγικές επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης, οι οποίες, με τη σειρά τους, αναμένεται να ενισχύσουν τις βελτιωμένες πρακτικές ανάκτησης λυμάτων και υγρών αποβλήτων.

Σημειώνεται ότι ο οικιακός τομέας αντιπροσώπευε κυρίαρχο μερίδιο των παγκόσμιων εσόδων το 2022. Η αυξανόμενη χρήση νερού ανά νοικοκυριό αναμένεται να οδηγήσει στη δημιουργία υγρών αποβλήτων στον οικιακό τομέα. Ως εκ τούτου, με την ταχεία αύξηση του πληθυσμού, ειδικά στις αναδυόμενες οικονομίες, η ζήτηση για νερό σε πολλές εφαρμογές αυξάνεται, με αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση της ποσότητας των κατά κεφαλήν παραγόμενων λυμάτων.