Κατά την τελευταία τριετία, οι επενδύσεις ESG είχαν «κατηγορηθεί» από πολλούς παράγοντες της αγοράς για μονομέρεια καθώς θεωρούσαν ότι εστίαζαν κυρίως στα περιβαλλοντικά κριτήρια καθώς ήταν και πιο εύκολα μετρήσιμα. Ωστόσο, πρόσφατη έρευαν του πανεπιστημίου Yale, υποστηρίζει ότι στην ουσία, οι επενδύσεις ESG δεν υποστηρίζουν σε μεγάλο βαθμό το περιβάλλον.
Υπάρχουν παραδείγματα μεγάλων παραγωγών πετρελαίου που διώχνουν παλαιότερα περιουσιακά στοιχεία για να βελτιώσουν τα πράσινα διαπιστευτήριά τους, μόνο για να γίνουν πιο βρώμικα τα ορυχεία και οι εξέδρες πετρελαίου στα χέρια των νέων ιδιοκτητών, όπως αναφέρει η έρευνα ενώ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, τελικά θα χρειαστούν μεγάλες επενδύσεις, μεταξύ άλλων και από τη «βρώμικη» βιομηχανία, τους παραγωγούς ενέργειας και τις νεότερες πράσινες νεοφυείς επιχειρήσεις για να αντιμετωπίσουμε τις περιβαλλοντικές μας προκλήσεις.
Τελικά το ESG επενδύει σε όσα πραγματικά οφείλει να επενδύσει;
Οι επενδύσεις ESG ή περιβαλλοντικές, κοινωνικές και εταιρικής διακυβέρνησης αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις. Η αγορά παρουσιάζει μια φυσική δυναμική (οι αποδόσεις ομολόγων έφθασαν στα 304 εκατ. λίρες το Μάιο) και είναι χαρακτηριστικό οι επενδυτές κυνηγούν υψηλότερες αποδόσεις μεταβαίνοντας από μετοχές σε ομόλογα. Ωστόσο, προκύπτει το ερώτημα εάν το ESG επενδύει πραγματικά εκεί που πρέπει.
Οι εταιρείες που έχουν την υψηλότερη βαθμολογία στις μετρήσεις ESG, ιδιαίτερα από την περιβαλλοντική πλευρά, είναι αυτές που έχουν σχετικά χαμηλό επίπεδο άνθρακα. Αυτό σημαίνει ότι οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η υγειονομική περίθαλψη και η ψηφιακή τεχνολογία είναι «πράσινες». Αντίθετα, οι εταιρείες που παράγουν οικοδομικά υλικά, λιπάσματα ή ενέργεια είναι «καφέ». Το αποτέλεσμα της επένδυσης της ESG είναι η μεταφορά κεφαλαίων από καλές σε κακές εταιρείες – επομένως έχει σκοπό να δώσει κίνητρα στις «brown», δηλαδή στις ρυπογόνες εταιρείες να μειώσουν τις εκπομπές τους.
Ωστόσο, μία μελέτη του πανεπιστημίου Yale η οποία ερεύνησε τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από περισσότερες από 3.000 μεγάλες εταιρείες μεταξύ 2002 και 2020 διαπιστώνει ότι το χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου των πράσινων εταιρειών δεν οδηγεί σε μειωμένες εκπομπές. Αυτό είναι λογικό, καθώς οι εταιρείες όπως το Spotify ή ένα νοσοκομείο δεν είναι ιδιαίτερα ρυπογόνες και έχουν μικρή ικανότητα να μειώσουν τις εκπομπές. Όμως, οι ρυπογόνες εταιρείες παράγουν 260 φορές υψηλότερο περιβαλλοντικό αντίκτυπο και όταν αυτές στερούνται κεφαλαίων, γίνονται πιο βρώμικες για να αποφύγουν τη χρεοκοπία.
Η πράσινη επενδυτική ατζέντα μπορεί επίσης να έχει άλλες ανεπιθύμητες συνέπειες. Για παράδειγμα, υπάρχουν παραδείγματα μεγάλων παραγωγών πετρελαίου που διώχνουν παλαιότερα περιουσιακά στοιχεία για να βελτιώσουν τα πράσινα διαπιστευτήριά τους, μόνο για να γίνουν πιο βρώμικα τα ορυχεία και οι εξέδρες άντλησης πετρελαίου στα χέρια νέων ιδιοκτητών, οι οποίοι τα λειτουργούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό για παράδειγμα συνέβεη σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι προσπάθειες να αποτραπεί η νέα εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου είχαν ως αποτέλεσμα μόνο την εισαγωγή ακριβών υδρογονανθράκων.
«Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές ότι ο αντίκτυπος της ανθρωπότητας στο περιβάλλον δεν μπορεί να μηδενιστεί από τη μια μέρα στην άλλη. Η ανθρωπότητα εξακολουθεί να χρειάζεται τα αγαθά που παράγονται από μη φιλικές προς το περιβάλλον εταιρείες και, ακόμη και κάτω από τα πιο αισιόδοξα μηδενικά σενάρια, αυτό θα ισχύει για κάποιο χρονικό διάστημα.
Χρειάζονται οικοδομικά υλικά για να λυθεί η τρομερή στεγαστική μας κρίση. Ακόμη και οι «πράσινες» εταιρείες εξακολουθούν να χρειάζονται ηλεκτρισμό και μεταφορές. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, 3,2 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν ετησίως από την οικιακή ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλείται από την καύση καυσίμων όπως η κηροζίνη για θέρμανση και μαγείρεμα. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουν ρεύμα. Για αυτούς τους ανθρώπους, ακόμη και οι βρώμικοι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα θα ήταν μια καλύτερη εναλλακτική λύση», αναφέρει η μελέτη.
Τελικά θα χρειαστούν μεγάλες επενδύσεις, μεταξύ άλλων από τη «βρώμικη» βιομηχανία, τους παραγωγούς ενέργειας και τις νεότερες πράσινες νεοφυείς επιχειρήσεις για να λύσουμε τις περιβαλλοντικές μας προκλήσεις. Οι κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίσουν ότι το κόστος της ρύπανσης υπολογίζεται σωστά στην παραγωγή, ιδίως για να δώσει κίνητρα για καινοτομία. Αλλά μερικές φορές ακόμη και η πιο φαινομενικά ηθική συμπεριφορά, όπως η επένδυση σε κεφάλαια ESG, μπορεί να μην μας οδηγήσει στα επιθυμητά αποτελέσματα, επισημαίνουν οι ερευνητές.








