Η βιωσιμότητα στον τουριστικό κλάδο έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον των καταναλωτών αλλά ίσως δεν αποτελεί βασική προτεραιότητα για τις επιχειρήσεις του Τουρισμού καθώς πολλές από αυτές έχουν την καλή πρόθεση αλλά τους λείπουν οι πόροι.
Σε πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγαν η Deloitte Ελλάδος σε συνεργασία με το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων δήλωσε ότι εφαρμόζει ήδη ή προτίθεται να υιοθετήσει άμεσα τουλάχιστον ένα μέτρο περιβαλλοντικής (80%) και κοινωνικοοικονομικής (77%) βιωσιμότητας ενώ μόλις το 7% των επιχειρήσεων που πήραν μέρος στην έρευνα δεν έχει λάβει ή δεν προτίθεται να υιοθετήσει μέτρα και δράσεις περιβαλλοντικής και κοινωνικής υπευθυνότητας.
Οι τομείς στους οποίους εστιάζουν οι επιχειρήσεις του κλάδου τις βιώσιμες πρακτικές τους είναι, μεταξύ άλλων, η διαχείριση της ενέργειας (91%), των απορριμμάτων (61%) και των υδάτινων πόρων (60%). Παράλληλα, δίνουν έμφαση τόσο στον κοινωνικό αντίκτυπο όσο και στο αποτύπωμά τους χρησιμοποιώντας τοπικά προϊόντα και υλικά (75%), προσφέροντας θέσεις εργασίας στους κατοίκους των περιοχών δραστηριοποίησής τους (61%) ή/και ενισχύοντας την τοπική επιχειρηματικότητα (60%).
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν και μια σειρά από ευρήματα στην έρευνα που καταδεικνύουν πως η βιωσιμότητα και οι αντίστοιχες πρακτικές δεν βρίσκονται ακόμα στο επίκεντρο της στρατηγικής και λειτουργίας των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων, αλλά αποτελούν περισσότερο μια παράπλευρη πρωτοβουλία. Είναι ενδεικτικό πως το 73% των ερωτηθέντων δεν έχει θέσει στόχο μείωσης των εκπομπών άνθρακα για το 2030, ενώ μόλις το 34% βρίσκεται στη διαδικασία ορισμού κάποιου σχετικού στόχου. Οι μισές επιχειρήσεις (52%) δεν συμμετέχουν σε στρατηγικές συνεργασίες / συμμαχίες για την προώθηση της βιωσιμότητας, ενώ το 60% δεν πραγματοποιεί μετρήσεις σχετικά με τη βιωσιμότητα, με κύριο λόγο το γεγονός ότι δε γνωρίζει πώς και με ποιον τρόπο. Στο ίδιο πλαίσιο, περίπου το 78% των επιχειρήσεων δεν έχει υιοθετήσει πρακτικές, εργαλεία και πρότυπα αναφοράς βιωσιμότητας, όπως ενδεικτικά το Global Reporting Initiative (GRI) ή τον Οδηγό Δημοσιοποίησης Πληροφοριών ESG του Χρηματιστηρίου Αθηνών και ούτε εκφράζει την πρόθεση να το κάνει στο άμεσο διάστημα. Αντίστοιχα, περισσότερες από τις μισές (55%) εκ των ερωτηθέντων επιχειρήσεων δεν έχει οποιαδήποτε πιστοποίηση βιωσιμότητας, ενώ οι μισές (50%) δεν ενδιαφέρονται να αποκτήσουν κάποια νέα πιστοποίηση. Επιπλέον, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων δεν έχει εντάξει τη βιωσιμότητα στις δομές διακυβέρνησης (82%) και στην οργανωτική τους δομή (84%), ενώ μόνο το 20% θεωρεί ότι παρέχει επαρκή εκπαίδευση για τη βιωσιμότητα στο προσωπικό τους.
Σημαντικό είναι να τονιστεί το αρκετά μεγάλο χάσμα μεταξύ των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, με ετήσια έσοδα κάτω των €10 εκατ., και των μεγαλύτερων. Με βάση τα ευρήματα της μελέτης, οι τουριστικές επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους δυσκολεύονται σημαντικά να αναλάβουν δράσεις που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης ενημέρωσης και γνώσης, αλλά και χρηματικών και ανθρώπινων πόρων.
Γενικότερα, ο βασικός περιορισμός που αναγνωρίζουν οι ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις αναφορικά με την υλοποίηση περισσότερων επενδύσεων και δράσεων βιωσιμότητας είναι το υψηλό κόστος (62%), ενώ ένα ικανό ποσοστό αναφέρει ότι δεν βρίσκει επαρκείς βιώσιμες λύσεις (28%), δεν μπορεί να τεκμηριώσει την απόδοση των σχετικών επενδύσεων (20%) και δεν γνωρίζει τί είδους βιώσιμες πρακτικές και επενδύσεις θα πρέπει να υλοποιήσει (19%). Αντίστοιχα, η παροχή περισσότερων φορολογικών και χρηματικών κινήτρων είναι μακράν η πιο δημοφιλής επιλογή (89%) στην ερώτηση αναφορικά με το τί πρέπει να κάνει η Πολιτεία για να ενισχύσει τη βιωσιμότητα.
Τέλος, η έρευνα εντόπισε μία σημαντική διαφορά μεταξύ της σημασίας που πραγματικά δίνουν οι ταξιδιώτες στη βιωσιμότητα και του τί πιστεύουν για το θέμα αυτό οι ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις. Ενώ διεθνείς έρευνες (Expedia) δείχνουν ξεκάθαρα την έμφαση που δίνουν οι ταξιδιώτες στα θέματα βιωσιμότητας (το 90% αναζητά βιώσιμες επιλογές όταν ταξιδεύουν), μόνο το 45% των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων θεωρεί ότι οι ταξιδιώτες βασίζουν τις επιλογές τους σε κριτήρια βιωσιμότητας. Αντίστοιχα, μόνο ένα 42% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι πελάτες τους είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν υψηλότερες τιμές για βιώσιμες υπηρεσίες και προϊόντα. Παρόλα αυτά, το βασικότερο κίνητρο που αναγνωρίζουν οι ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις για να προχωρήσουν σε επιπλέον επενδύσεις και δράσεις στον τομέα της βιωσιμότητας είναι η βελτίωση της εμπειρίας και ικανοποίησης των πελατών (64%), με τη μείωση κόστους (62%) και τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία (43%) να ακολουθούν.
Σχολιάζοντας τη μελέτη της Deloitte και του ΙΝΣΕΤΕ, ο Βασίλης Καφάτος, Partner, Growth Leader και Transportation, Hospitality & Services Sector Leader ανέφερε: «Η χώρα μας θα πρέπει να κάνει γρήγορα και συγκεκριμένα βήματα προς ένα πιο βιώσιμο τουριστικό μοντέλο. Από την έρευνά μας προέκυψε πως οι ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις δεν έχουν ακόμη πλήρως υιοθετήσει και εφαρμόσει πρακτικές και μέτρα που θα καθορίσουν ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό πλαίσιο για το βιώσιμο μέλλον του κλάδου. Αυτό στην ουσία σημαίνει πως οι ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να θέσουν όσο το δυνατόν πιο άμεσα τη βιωσιμότητα στο επίκεντρο της στρατηγικής τους καθώς και στα επιχειρηματικά και λειτουργικά τους μοντέλα».
Ο Θοδωρής Παπακωνσταντίνου, Strategy Partner, Tourism & Hospitality Expert και επικεφαλής της ομάδας που συνέταξε τη μελέτη συμπλήρωσε: «Η έρευνά μας έδειξε ότι ενώ δεν εκφράζεται καμία αμφιβολία για τη σημαντικότητα της βιωσιμότητας, οι ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις απαιτήσεις ενός πιο βιώσιμου τουριστικού μοντέλου και να χαράξουν ένα σαφές πλάνο δράσης που θα καθιστά τη βιωσιμότητα πηγή ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων. Οι περιορισμοί σε ενημέρωση, γνώση, δεξιότητες και πόρους, αλλά και η εστίαση σε άλλες προτεραιότητες γίνεται εμφανής, ιδιαίτερα για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που αποτελούν και την πλειοψηφία του κλάδου. Παράλληλα, παρατηρούμε ανταγωνιστικές χώρες να προχωρούν γοργά προς την υλοποίηση ολοκληρωμένων συστημάτων βιωσιμότητας που προσδίδουν πλεονέκτημα τόσο στον προορισμό ως σύνολό, αλλά και στην κάθε τουριστική επιχείρηση ξεχωριστά. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται η χώρα μας να προχωρήσει σε άμεσες και συντονισμένες κινήσεις χάραξης και υλοποίησης ενός ολοκληρωμένου, ρεαλιστικού και εφαρμόσιμου πλάνου ενσωμάτωσης της βιωσιμότητας στην καρδιά της λειτουργίας των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων».








