Η πλαστική ρύπανση βαίνει αυξανόμενη και εξακολουθεί να ξεπερνά την ικανότητα επεξεργασίας των συστημάτων διαχείρισης απορριμμάτων απομακρύνοντας έτσι τον κόσμο από τους στόχους για το καθαρό μηδέν.
Σύμφωνα με έρευνα της ελβετικής εταιρείας συμβούλων Earth Action (EA), η παγκόσμια παραγωγή πλαστικών που προορίζονται για βραχεία χρήση πρόκειται να φτάσει τους 159 εκατομμύρια τόνους φέτος. Αυτό είναι 68,5 εκατομμύρια περισσότεροι τόνοι από τα πλαστικά που μπορούν να επεξεργαστούν με ασφάλεια μέσα σε διάστημα ενός έτους τα συστήματα διαχείρισης απορριμμάτων.
Παγκοσμίως, η ικανότητα παραγωγής πλαστικών έχει αυξηθεί 20 φορές πιο γρήγορα από την ικανότητα ανακύκλωσης τα τελευταία 10 χρόνια, κάτι που σημαίνει ότι οι πλεονάζουσες ποσότητες πλαστικών απορριμμάτων είναι πιθανόν να τύχουν κακής διαχείρισης και χωρίς τη δυνατότητα ανακύκλωσης ή ασφαλούς επεξεργασίας τους, πιθανότατα θα καταλήξουν να μολύνουν το περιβάλλον.
Η πλαστική ρύπανση επηρεάζει ιδιαίτερα τις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες αγορές οι οποίες δεν διαθέτουν ώριμα συστήματα διαχείρισης απορριμμάτων, αλλά εισάγουν περισσότερα πλαστικά απόβλητα προκειμένου να κερδίσουν χρήματα. Η EA αποκαλεί αυτές τις αγορές «σπόγγους απορριμμάτων» και κατονομάζει χώρες όπως η Ινδία, η Νότια Αφρική και ο Ισημερινός στην έκθεσή της.
Οι αγορές που δεν έχουν αναπτύξει τα συστήματα διαχείρισης απορριμμάτων τους σύμφωνα με την αύξηση του πληθυσμού και την υιοθέτηση των αναλώσιμων ειδών κινδυνεύουν επίσης. Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει τη Μολδαβία, τη Μογγολία, το Μεξικό και το Κουβέιτ.
Όσον αφορά στην κατανάλωση πλαστικού ανά άτομο, ο μεγαλύτερος παραβάτης στον κόσμο, σύμφωνα με την έρευνα είναι η Ισλανδία λόγω του αραιού πληθυσμού και της εξάρτησης από εισαγόμενα αγαθά. Την πρώτη δεκάδα συμπληρώνουν η Μογγολία, τα ΗΑΕ, η Σιγκαπούρη, το Λουξεμβούργο, το Κουβέιτ, οι ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία, η Ιταλία και ο Καναδάς.
Η μείωση της παραγωγής και χρήσης πλαστικών είναι η βασική σύσταση για την EA για αυτά τα κράτη. Οι πολίτες πιθανότατα χρησιμοποιούν πλαστικό για μη ουσιώδεις λόγους, περιγράφει η έκθεση. Η μείωση της παραγωγής και της κατανάλωσης μπορούν να διευκολυνθούν με την επέκταση των συστημάτων επαναχρησιμοποίησης, της επισκευής καθώς και με την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των προϊόντων.








