Στα 542 δις η αγορά διαχείρισης απορριμμάτων – Ποιοι είναι οι μεγάλοι παίκτες

Το μέγεθος της αγοράς διαχείρισης απορριμμάτων αναμένεται να φτάσει τα 542,7 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2026, καταγράφοντας σύνθετο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) 5,1% κατά την προβλεπόμενη περίοδο, σύμφωνα με την πρόσφατη μελέτη της MarketsandMarkets. Πολλές κυβερνήσεις επιβάλλουν αυστηρότερους κανονισμούς και υλοποιούν προγράμματα ευαισθητοποίησης που δείχνουν τη σημασία του διαχωρισμού και της διαχείρισης των απορριμμάτων. Βασικοί παράγοντες που συμβάλουν στην ανάπτυξη της αγοράς είναι οι τεχνολογικές εξελίξεις και ο συντομευμένος κύκλος ζωής των ηλεκτρονικών προϊόντων τα οποία συμβάλλουν στην αύξηση των ηλεκτρονικών αποβλήτων.

Με βάση τον τύπο υπηρεσίας, ο τομέας της ανακύκλωσης αναμένεται να καταγράψει τον ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης για το διάστημα 2021-2026, κάτι που οφείλεται στην εστίαση των αρμόδιων Αρχών στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Όπως είναι γνωστό, η ανακύκλωση, η ανάκτηση και η επανεπεξεργασία των απορριμμάτων είναι χρήσιμες για την παραγωγή νέων προϊόντων. Οι βασικές φάσεις στην ανακύκλωση είναι η συλλογή των απορριμμάτων, η επεξεργασία τους σε νέα προϊόντα και η αγορά αυτών των προϊόντων, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να ανακυκλωθούν. Τυπικά υλικά που μπορούν να ανακυκλωθούν είναι υπολείμματα σιδήρου και χάλυβα, δοχεία αλουμινίου, γυάλινα μπουκάλια, χαρτί, ξύλο και πλαστικά. Τα υλικά που επαναχρησιμοποιούνται στην ανακύκλωση χρησιμεύουν ως υποκατάστατα των πρώτων υλών που προέρχονται από τόσο σπανιότερους φυσικούς πόρους όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, ο άνθρακας, τα ορυκτά μεταλλεύματα και τα δέντρα. Η ανακύκλωση μπορεί να συμβάλει στη μείωση των ποσοτήτων στερεών αποβλήτων που εναποτίθενται σε χώρους υγειονομικής ταφής, οι οποίες γίνονται όλο και πιο ακριβές. Η ανακύκλωση μειώνει επίσης τη ρύπανση του αέρα, του νερού και του εδάφους, που προκύπτει από τη διάθεση των απορριμμάτων ενώ συμβάλλει στη μείωση της χρήσης ενέργειας, στον περιορισμό της ποσότητας νέων πρώτων υλών και στην ελαχιστοποίηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Οι αγορές που θα καταγράψουν τη μεγαλύτερη ανάπτυξη

Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού αναμένεται να είναι η μεγαλύτερη και ταχύτερα αναπτυσσόμενη αγορά κατά την περίοδο πρόβλεψης. Το 2020 αντιπροσώπευε το μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας βιομηχανίας διαχείρισης απορριμμάτων και η αύξηση του πληθυσμού στην περιοχή, το υψηλό διαθέσιμο εισόδημα των κατοίκων και η αυξημένη ζήτηση για συσκευασμένα τρόφιμα είναι μεταξύ μερικών σημαντικών παραγόντων που οδηγούν την ανάπτυξη της διαχείρισης απορριμμάτων σε αυτές τις χώρες. Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού αποτελεί επίσης βασική πηγή θαλάσσιας ρύπανσης με την Κίνα, την Ινδονησία και τη Ταϊλάνδη να φέρουν τη μεγαλύτερη ευθύνη.

Οι μεγαλύτεροι παίκτες της αγοράς

Οι βασικοί παίκτες στον κλάδο διαχείρισης απορριμμάτων είναι εταιρείες στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη όπως για παράδειγμα η Veolia (Γαλλία), η Republic Services (ΗΠΑ), η SUEZ (Γαλλία),η Biffa (Ηνωμένο Βασίλειο) και η Waste Connections (ΗΠΑ). Αυτές οι εταιρείες προχωρούν σε μεγάλες επενδύσεις και εξαγορές προκειμένου να ενισχύσουν την παρουσία τους στην συγκεκριμένη αγορά.

Το 2021, η FCC Environmental Services εξαγόρασε την Wastech Services επεκτείνοντας τις δραστηριότητές της στον Καναδά και ενισχύοντας την παρουσία της στην αγορά διαχείρισης απορριμμάτων.

Η China Everbright International εξαγόρασε την Veolia China το 2021, σηματοδοτώντας την είσοδό της στην κινεζική αγορά διαχείρισης απορριμμάτων και την ενίσχυση της παγκόσμιας παρουσίας της.

Η Biffa, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες διαχείρισης απορριμμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, εξαγόρασε την εμπορική επιχείρηση απορριμμάτων της Company Shop Group το 2021, επεκτείνοντας τις δραστηριότητές της στον τομέα της διαχείρισης απορριμμάτων τροφίμων.

Τον Οκτώβριο του 2020, η Waste Management εξαγόρασε την Advanced Disposal Services, μια εταιρεία διαχείρισης στερεών αποβλήτων. Αυτή η εξαγορά επέτρεψε στην πρώτη να προσφέρει διαφοροποιημένες, βιώσιμες υπηρεσίες διαχείρισης και ανακύκλωσης απορριμμάτων σε περίπου 3 εκατομμύρια νέους εμπορικούς, οικιακούς και βιομηχανικούς πελάτες, που βρίσκονται κυρίως σε 16 πολιτείες των ΗΠΑ.