Οι πιθανές επιπτώσεις των αντηλιακών στο θαλάσσιο περιβάλλον ζητεί να διερευνθούν νέα έκθεση επιστημόνων, σύμφωνα με τα στοιχεία της οποίας, τεράστιες ποσότητες αντηλιακών καταλήγουν στους ωκεανούς του κόσμου.
Τα αντηλιακά περιέχουν χημικές ενώσεις, γνωστές ως «ψευδοέμμονοι ρύποι», οι οποίες εμποδίζουν τις υπεριώδεις (UV) ακτίνες του Ήλιου και μπορούν να οδηγήσουν σε λεύκανση και παραμόρφωση των κοραλλιών ή σε μείωση της γονιμότητας των ψαριών.
Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα «Guardian», η παγκόσμια αγορά αντηλιακών προϊόντων γνωρίζει μεγάλη άνθηση, ενώ έως το 2025 οι πωλήσεις προβλέπεται να φτάσουν τα 13,6 δισ. δολάρια.
Μελέτη υπολόγισε ότι, αν ο μέσος άνθρωπος εφαρμόζει 36 γραμμάρια αντηλιακού κάθε 90 λεπτά και το 50% ξεπλένεται από το νερό, από μία μόνο παραλία με 1.000 επισκέπτες θα μπορούσαν να καταλήξουν στη θάλασσα 35 κιλά αντηλιακού.
Η έκθεση, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Marine Pollution Bulletin», εξέτασε περισσότερες από 110 μελέτες που σχετίζονται με τα αντηλιακά, τα φίλτρα υπεριώδους ακτινοβολίας (UV) και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους. Υπολογίζεται ότι 6.000-14.000 τόνοι φίλτρων UV απελευθερώνονται κάθε χρόνο μόνο στις ζώνες των κοραλλιογενών υφάλων, κάτι που οδηγεί τους επιστήμονες να τονίσουν την αυξανόμενη ανάγκη για ολοκληρωμένες μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις των αντηλιακών στη θαλάσσια ζωή.
«Αυτές οι χημικές ουσίες θεωρούνται ψευδοέμμονοι ρύποι λόγω της συνεχούς εισαγωγής τους στο θαλάσσιο περιβάλλον. Πρέπει πραγματικά να κατανοήσουμε πώς αλληλεπιδρούν με το θαλάσσιο περιβάλλον και αν έχουν τη δυνατότητα να βιοσυσσωρεύονται στην τροφική αλυσίδα» επισημαίνει η Ανελίζ Χοτζ, επικεφαλής συντάκτης της έκθεσης και διδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Πλίμουθ.
Τα φίλτρα UV έχουν βρεθεί σε θαλάσσια περιβάλλοντα σε όλο τον κόσμο, από πολυσύχναστα τουριστικά hot spots μέχρι τις πιο απομακρυσμένες τοποθεσίες της Ανταρκτικής. Η πιο κοινή ένωση που συναντάται σε αυτά είναι η βενζοφαινόνη, που έχει αναγνωριστεί ως ανθεκτική, βιοσυσσωρευτική και τοξική ουσία. Η βενζοφαινόνη-3, που βρίσκεται συχνά σε αντηλιακά και καλλυντικά προϊόντα, εξετάζεται αυτή τη στιγμή ως πιθανός ορμονικός διαταράκτης από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων.
Η ρύπανση από φίλτρα υπεριώδους ακτινοβολίας έχει επίσης εντοπιστεί σε γεωργικές πρακτικές, όταν το ανακυκλωμένο νερό από εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων χρησιμοποιείται ως εδαφοβελτιωτικό. Οι ρύποι που εντοπίζονται εδώ δεν επηρεάζουν μόνο τις καλλιέργειες, αλλά φτάνουν και σε υδάτινα περιβάλλοντα μέσω της γεωργικής απορροής.
Εν τω μεταξύ, οι παραδοσιακές τεχνολογίες επεξεργασίας λυμάτων και νερού, όπως ο οζονισμός, μια χημική διαδικασία που χρησιμοποιεί αέριο όζον για την απομάκρυνση των ρύπων, είναι αναποτελεσματικές στη μείωση της τοξικότητας των φίλτρων UV. «Υπάρχουν αυξανόμενες ποσότητες και ποικιλίες αντηλιακών φίλτρων που εισέρχονται στο περιβάλλον και οι ρύποι εμφανίζονται σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς» επισημαίνει ο καθηγητής Αγουαντές Τζα, κύριος συντάκτης της έκθεσης και καθηγητής Γενετικής Τοξικολογίας και Οικοτοξικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πλίμουθ.
Για την καλύτερη κατανόηση του προβλήματος της ρύπανσης από τα αντηλιακά, η έκθεση συνιστά αύξηση της έρευνας σε διάφορες γεωλογικές περιοχές και πιο ποικίλες δοκιμές σε διαφορετικά στάδια της θαλάσσιας ζωής.
Πηγή: cnn.gr








