Το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό πολιτών που υποφέρουν από ρύπανση, σκουπίδια και άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα έχουν οι ελληνικές πόλεις, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat.
Συγκεκριμένα, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, σε όλες της τις μορφές, πλήττει πάνω από το ένα τρίτο των κατοίκων των ελληνικών πόλεων (36,35% κατά μέσο όρο). Για τα φτωχά νοικοκυριά που ζουν στις πόλεις το ποσοστό ανεβαίνει στο 37,9%
Η μοναδική πιο «μολυσμένη» χώρα της Ε.Ε., με βάση τις αναφορές τον κατοίκων της, είναι η Μάλτα. Το 43,1% όσων ζουν στις αστικές περιοχές του νησιωτικού κρατιδίου, υποφέρουν από τη μόλυνση και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Πρόκειται ωστόσο για ειδική περίπτωση, καθώς η Μάλτα πληρώνει εδώ και δεκαετίες το τίμημα του υπερτουρισμού, ενώ για τα υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και λυμάτων θεωρούνται υπεύθυνα η κυκλοφοριακή συμφόρηση και τα κρουαζιερόπλοια.
Η Ελλάδα, έχοντας εικοσαπλάσιο πληθυσμό από τη Μάλτα, έρχεται στη δεύτερη θέση όσον αφορά τη ρύπανση, παρά τις μεγάλες ανομοιογένειες μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών.
Κατά μέσο όρο σε όλη την ελληνική επικράτεια, το 20,5% των κατοίκων, σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, ζει σε περιοχές που υποφέρουν από τη ρύπανση. Το αντίστοιχο ποσοστό στη Μάλτα ανέρχεται στο 34,7%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 12%.
Η ρύπανση, περιλαμβανόμενης και της ηχορύπανσης, είναι θλιβερό προνόμιο των αστικών περιοχών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εurostat, το 2023 ο ένας στους πέντε κατοίκους των ευρωπαϊκών πόλεων θεωρούσε ότι η βρωμιά, η ρύπανση ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα αποτελούσαν πρόβλημα για το νοικοκυριό του. Για τους κατοίκους των αγροτικών περιοχών, το ποσοστό πέφτει στο μισό, καθώς ένας στους δέκα αναφέρει αντίστοιχα προβλήματα. Πάντως, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο σε βάθος δεκαπενταετίας αναφέρεται βελτίωση και συγκεκριμένα μείωση κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες των κατοίκων που υποφέρουν από περιβαλλοντικά προβλήματα.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας είναι πολύ πιο πιθανό να ζουν σε περιβαλλοντικά υποβαθμισμένες περιοχές, σε σύγκριση με τα μη φτωχά νοικοκυριά.
Το ποσοστό των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας στην Ε.Ε. και θεωρούν προβλήματα τη ρύπανση, τη βρωμιά ή άλλα τα περιβαλλοντικά θέματα ήταν κατά μέσο όρο 2,2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το ποσοστό των ατόμων που δεν διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας – στο 14,1% έναντι 11,9%.
Οι χώρες με τα περισσότερα και τα λιγότερα περιβαλλοντικά προβλήματα
Μετά τη Μάλτα και την Ελλάδα, οι χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά κατοίκων που ζουν σε περιοχές με περιβαλλοντικά προβλήματα είναι η Γερμανία, με 16,8 % και η Γαλλία με 16%.
Στο άλλο άκρο της κλίμακας, η Κροατία, η Σουηδία, η Σλοβακία και η Πολωνία κατέγραψαν τα χαμηλότερα ποσοστά (4,2 %, 5 %, 5,8 % και 7,1 % αντίστοιχα).
Οι χώρες με τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική ψαλίδα φτωχών-μη φτωχών
Οι μεγαλύτερες διαφορές περιβαλλοντικής επιβάρυνσης ανάλογα με το εισόδημα παρατηρούνται στη Σλοβακία. Εκεί τα ποσοστά φτωχών νοικοκυριών που θεωρούν ότι η ρύπανση αποτελεί πρόβλημα είναι τετραπλάσια από τα ποσοστά των μη φτωχών (17,6 % έναντι 3,8%).
Ακολουθούν η Βουλγαρία (16,8 % έναντι 8,8 %), η Δανία (13,8 % έναντι 6,4 %) και οι Κάτω Χώρες (21,0 % έναντι 13,8 %).
Υπάρχουν όμως και εννιά χώρες της Ε.Ε. όπου η περιβαλλοντική ρύπανση πλήττει περισσότερο τα μη φτωχά νοικοκυριά. Μεταξύ αυτών ήταν η Μάλτα (5,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο), η Κύπρος (4,3 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο), η Λετονία (2,2 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο) και η Ρουμανία (1,4 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο). Η Ελλάδα είναι μία από αυτές, αν και με οριακή διαφορά (μόλις 0,3 ποσοστιαίες μονάδες)
Τα καλά του χωριού
Οι διαφορετικές καταστάσεις μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. μπορεί να αντικατοπτρίζουν, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, την κατανομή του πληθυσμού που κινδυνεύει από φτώχεια στα διάφορα επίπεδα αστικοποίησης. Σε ορισμένες χώρες, αυτοί οι πληθυσμοί συγκεντρώνονται στις πόλεις, όπου η ρύπανση, η βρωμιά και άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα μπορεί να είναι μεγαλύτερα. Σε άλλες περιοχές, είναι πιο συνηθισμένο να βρίσκονται άτομα που κινδυνεύουν από φτώχεια σε αγροτικές περιοχές – οι οποίες γενικά χαρακτηρίζονται από χαμηλότερα επίπεδα ρύπανσης, βρωμιάς και περιβαλλοντικών προβλημάτων.
Πάντως ο πληθυσμός της ελληνικής υπαίθρου, αν και κατά κανόνα φτωχότερος από τους κατοίκους των πόλεων, έχει τουλάχιστον το προνόμιο του σχετικά καθαρού περιβάλλοντος. Τα ελληνικά χωριά και οι αγροτικές περιοχές έχουν το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό κατοίκων που υποφέρουν από τη ρύπανση, με μόλις 2,8% – έναντι 5% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Τα στοιχεία για την επιβάρυνση των νοικοκυριών από την περιβαλλοντική ρύπανση περιλαμβάνονται στις περιοδικές έρευνες της Eurostat για την ποιότητα ζωής, που επαναλαμβάνονται κάθε τρία χρόνια. Η επόμενη έρευνα είναι προγραμματισμένη για το 2027.
Πηγή: in.gr








