Κρυπτονομίσματα και IRIS: Πότε «χτυπά» η Εφορία – Ο φόρος 15% και οι μεταφορές μεταξύ συγγενών και φίλων

Τα κέρδη από ψηφιακά νομίσματα μπαίνουν στο φορολογικό μικροσκόπιο – Πότε μια μεταφορά μέσω IRIS μπορεί να θεωρηθεί δωρεά, γονική παροχή ή εισόδημα και ποια παραστατικά πρέπει να κρατούν οι φορολογούμενοι

Στο επίκεντρο των ελέγχων της φορολογικής διοίκησης περνούν τα κρυπτονομίσματα και οι ηλεκτρονικές μεταφορές χρημάτων μέσω IRIS, καθώς η ταχύτατη εξάπλωσή τους δημιουργεί νέα δεδομένα για χιλιάδες φορολογουμένους.

Στην περίπτωση των ψηφιακών νομισμάτων, το βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα απολύτως σαφές και ολοκληρωμένο φορολογικό πλαίσιο για τη δήλωση των κερδών. Την ίδια στιγμή, οι μεταφορές μέσω IRIS αφήνουν ηλεκτρονικό αποτύπωμα, γεγονός που επιτρέπει στις ελεγκτικές Αρχές να εξετάζουν ευκολότερα την προέλευση και την αιτία κάθε ποσού.

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι το μέσο με το οποίο πραγματοποιείται η μεταφορά, αλλά η πραγματική αιτία της συναλλαγής. Άλλη μεταχείριση έχει η επιστροφή χρημάτων για ένα κοινό έξοδο, άλλη η οικονομική ενίσχυση ενός παιδιού από τον γονέα του και διαφορετική μια πληρωμή που αποτελεί αμοιβή για εργασία ή πώληση προϊόντος.

Η υπόθεση των 600.000 ευρώ από κρυπτονομίσματα

Το φορολογικό κενό γύρω από τα κρυπτονομίσματα επανήλθε στην επικαιρότητα έπειτα από υπόθεση που εξετάστηκε από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, φορολογούμενος είχε μεταφέρει στον τραπεζικό του λογαριασμό περίπου 600.000 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι το ποσό προερχόταν από κέρδη που είχε πραγματοποιήσει μέσω συναλλαγών σε ψηφιακά νομίσματα.

Το πρόβλημα εμφανίστηκε κατά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης. Καθώς δεν προβλέπεται ειδικός κωδικός για τη συγκεκριμένη κατηγορία κέρδους, το ποσό δηλώθηκε με διαφορετικό τρόπο. Η επιλογή αυτή οδήγησε σε φορολογική διαφορά και ανέδειξε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας επενδυτής όταν επιχειρεί να εμφανίσει και να χρησιμοποιήσει νόμιμα τα κεφάλαια που απέκτησε από κρυπτονομίσματα.

Η υπόθεση δείχνει ότι μια τραπεζική κατάθεση, ακόμη και όταν προέρχεται από νόμιμη επενδυτική δραστηριότητα, μπορεί να προκαλέσει έλεγχο εάν δεν συνοδεύεται από πλήρη στοιχεία για την αρχική τοποθέτηση των κεφαλαίων, τις αγοραπωλησίες και την τελική ρευστοποίηση.

Στο τραπέζι φόρος 15% για την υπεραξία

Στον φορολογικό σχεδιασμό εξετάζεται η επιβολή φόρου 15% στην υπεραξία που προκύπτει από τις συναλλαγές σε κρυπτονομίσματα.

Η υπεραξία δεν ταυτίζεται με ολόκληρο το ποσό που εισπράττει ο επενδυτής. Αντιστοιχεί, κατά κανόνα, στη θετική διαφορά ανάμεσα στην αξία κτήσης και στην αξία πώλησης, αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά κόστη και οι προμήθειες.

Το καθεστώς αυτό, ωστόσο, δεν έχει ακόμη λάβει οριστική νομοθετική μορφή. Μέχρι να θεσπιστούν σαφείς κανόνες, παραμένουν ερωτήματα για τον χρόνο κατά τον οποίο γεννάται η φορολογική υποχρέωση, τον τρόπο υπολογισμού της αξίας κτήσης και την αντιμετώπιση των ζημιών.

Ανοικτό παραμένει επίσης το τι θα συμβαίνει όταν ο κάτοχος ανταλλάσσει ένα κρυπτονόμισμα με άλλο, όταν αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες απευθείας με ψηφιακά νομίσματα ή όταν διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία σε ψηφιακό πορτοφόλι χωρίς να τα μετατρέπει σε ευρώ.

Πότε αρχίζουν οι δυσκολίες για τον επενδυτή

Το μεγαλύτερο πρακτικό πρόβλημα εμφανίζεται συνήθως όταν τα κέρδη μεταφέρονται από μια πλατφόρμα κρυπτονομισμάτων σε ελληνικό τραπεζικό λογαριασμό.

Εάν ο επενδυτής θελήσει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για να αγοράσει ακίνητο, αυτοκίνητο ή άλλο περιουσιακό στοιχείο, ενδέχεται να χρειαστεί να δικαιολογήσει την προέλευση των κεφαλαίων. Η απλή επίκληση ότι τα χρήματα προέρχονται από Bitcoin ή άλλο ψηφιακό νόμισμα δεν αρκεί χωρίς τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία.

Χρειάζεται να υπάρχει μια αδιάσπαστη διαδρομή, η οποία θα ξεκινά από την αρχική κατάθεση χρημάτων και θα φτάνει έως τη ρευστοποίηση και τη μεταφορά στον τραπεζικό λογαριασμό.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα παραστατικά αγοράς, το ιστορικό συναλλαγών από τις πλατφόρμες, οι κινήσεις των ψηφιακών πορτοφολιών, οι αποδείξεις των τραπεζικών μεταφορών και οι χρεώσεις που καταβλήθηκαν.

Όσο πληρέστερη είναι αυτή η εικόνα, τόσο ευκολότερο γίνεται να αποδειχθεί ότι τα χρήματα δεν αποτελούν αδήλωτο εισόδημα ή ανεξήγητη προσαύξηση περιουσίας.

Τι ελέγχεται στις συναλλαγές μέσω IRIS

Οι μεταφορές χρημάτων μέσω IRIS δεν αποτελούν από μόνες τους φορολογητέο εισόδημα. Το IRIS είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο μετακινείται το ποσό από έναν τραπεζικό λογαριασμό σε άλλον.

Η φορολογική αντιμετώπιση εξαρτάται από τον λόγο για τον οποίο έγινε η μεταφορά. Εάν πρόκειται για επιστροφή δανεικού ποσού, συμμετοχή σε κοινή δαπάνη ή εξόφληση λογαριασμού που πλήρωσε προσωρινά ένα άλλο πρόσωπο, κατά κανόνα δεν δημιουργείται νέο εισόδημα για τον παραλήπτη.

Εάν, αντίθετα, το ποσό αποτελεί πληρωμή για επαγγελματική υπηρεσία, πώληση προϊόντος ή άλλη οικονομική δραστηριότητα, πρέπει να δηλωθεί και να συνοδεύεται από το προβλεπόμενο φορολογικό παραστατικό.

Αν η μεταφορά γίνεται χωρίς αντάλλαγμα, μπορεί ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά να χαρακτηριστεί δωρεά ή γονική παροχή. Επομένως, αυτό που ενδιαφέρει την Εφορία δεν είναι εάν χρησιμοποιήθηκε το IRIS, αλλά ποιος έστειλε τα χρήματα, σε ποιον, για ποιον λόγο και με ποια συχνότητα.

Πότε οι μεταφορές μεταξύ συγγενών χρειάζονται δήλωση

Μικρά ποσά που στέλνονται περιστασιακά από γονείς ή παππούδες σε παιδιά και εγγόνια για καθημερινές ανάγκες δεν αντιμετωπίζονται αυτομάτως ως εισόδημα του παραλήπτη.

Η εικόνα αλλάζει όταν οι μεταφορές είναι υψηλές, συστηματικές ή χρησιμοποιούνται για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιείται γονική παροχή ή δωρεά χρημάτων και να απαιτείται η προβλεπόμενη δήλωση.

Για γονικές παροχές και δωρεές χρημάτων μεταξύ προσώπων της πρώτης κατηγορίας συγγένειας προβλέπεται αφορολόγητο όριο έως 800.000 ευρώ, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Η συναλλαγή πρέπει να πραγματοποιείται μέσω χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και να δηλώνεται ηλεκτρονικά στην πλατφόρμα myProperty. Το αφορολόγητο δεν σημαίνει ότι ο φορολογούμενος μπορεί απλώς να δεχθεί ένα μεγάλο ποσό χωρίς καμία διαδικασία. Απαιτείται δήλωση και πλήρης τραπεζική καταγραφή της μεταφοράς.

Παράλληλα, το πρόσωπο που παρέχει τα χρήματα πρέπει να είναι σε θέση να δικαιολογήσει την προέλευσή τους.

Οι μεταφορές ανάμεσα σε φίλους

Ιδιαίτερα συχνές είναι πλέον οι μεταφορές μέσω IRIS μεταξύ φίλων για την τακτοποίηση κοινών εξόδων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο λογαριασμός σε εστιατόριο, ο οποίος πληρώνεται από ένα μέλος της παρέας και στη συνέχεια οι υπόλοιποι του μεταφέρουν το ποσό που αντιστοιχεί στη συμμετοχή τους. Παρόμοιες περιπτώσεις είναι η μοιρασιά του κόστους ενός ταξιδιού, μιας κοινής αγοράς ή των λογαριασμών μιας κατοικίας.

Αυτά τα ποσά δεν αποτελούν κανονικά εισόδημα για εκείνον που τα λαμβάνει, εφόσον πρόκειται πραγματικά για επιστροφή χρημάτων και αυτό μπορεί να αποδειχθεί.

Σε περίπτωση ελέγχου βοηθούν η αιτιολογία της τραπεζικής συναλλαγής, η απόδειξη της αρχικής πληρωμής και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο συνδέει τη μεταφορά με τη συγκεκριμένη κοινή δαπάνη.

Αντίθετα, όταν ένα πρόσωπο δέχεται συχνά ποσά από πολλούς διαφορετικούς αποστολείς, χωρίς σαφή αιτιολογία, μπορεί να δημιουργηθούν ερωτήματα για το αν πρόκειται για αδήλωτη επαγγελματική δραστηριότητα ή άλλη μορφή οικονομικού οφέλους.

Η συχνότητα και τα ποσά που μπορεί να προκαλέσουν έλεγχο

Δεν υπάρχει ένα ενιαίο χρηματικό όριο κάτω από το οποίο κάθε μεταφορά μέσω IRIS θεωρείται αυτομάτως αδιάφορη φορολογικά. Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το σύνολο των δεδομένων.

Οι φορολογικές Αρχές μπορούν να συνεκτιμήσουν το ύψος των ποσών, τη συχνότητα των μεταφορών, τη σχέση μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη, την αιτιολογία και το δηλωμένο εισόδημα του φορολογουμένου.

Τρεις ή τέσσερις περιστασιακές μεταφορές μικρών ποσών μεταξύ φίλων δεν σημαίνουν από μόνες τους ότι προκύπτει φορολογική υποχρέωση. Εάν όμως οι πιστώσεις είναι τακτικές, επαναλαμβανόμενες και δεν συνδέονται με σαφή προσωπική δαπάνη, μπορεί να χρειαστούν πρόσθετες εξηγήσεις.

Για τον λόγο αυτόν είναι χρήσιμο να αναγράφεται σύντομη και αληθής αιτιολογία, όπως «μερίδιο λογαριασμού», «κοινό ταξίδι» ή «επιστροφή εξόδων», και να διατηρούνται τα σχετικά αποδεικτικά.

Τα κρυπτονομίσματα αποκτούν φορολογικό αποτύπωμα

Παρότι οι συναλλαγές σε ψηφιακά πορτοφόλια μπορεί να φαίνονται απομακρυσμένες από το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα, η εικόνα αλλάζει όταν τα χρήματα μεταφέρονται σε τράπεζα ή χρησιμοποιούνται για την αγορά περιουσίας.

Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, οι νέες υποχρεώσεις αναφοράς για τις πλατφόρμες και η αυξημένη ανταλλαγή οικονομικών πληροφοριών περιορίζουν σταδιακά τα περιθώρια ανώνυμων συναλλαγών.

Ο νέος φορολογικός χάρτης αναμένεται να θέσει σαφέστερους κανόνες για τον υπολογισμό και τη δήλωση των κερδών. Μέχρι τότε, όσοι πραγματοποιούν συναλλαγές με κρυπτονομίσματα χρειάζεται να διατηρούν πλήρες αρχείο, ώστε να μπορούν να τεκμηριώσουν τόσο την προέλευση των χρημάτων όσο και το πραγματικό ύψος της υπεραξίας.

Αντίστοιχα, οι χρήστες του IRIS δεν έχουν λόγο να ανησυχούν για τις συνηθισμένες προσωπικές συναλλαγές. Χρειάζεται, όμως, να θυμούνται ότι κάθε τραπεζική μεταφορά αφήνει καταγραφή και ότι, σε περίπτωση ελέγχου, η αιτία της πρέπει να μπορεί να εξηγηθεί.